ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Η προέλευση των ελαφιών της Πάρνηθας

Μια ελαφίνα με το ελαφάκι της κοντά στο Μπάφι

Το 1908 δημοσιεύθηκε στον αθηναϊκό Τύπο η ακόλουθη είδηση: «Ένα πρωτοτυπώτατον ψάρεμα έγινε χθες εις την Ελευσίνα. Ο αλιεύς Ανυφαντής σηκώνων τα δίκτυά του, τα οποία είχε ρίψει από την νύκτα εις τον λιμένα, έπιασε μεταξύ των άλλων ιχθύων και μίαν ωραιοτάτην έλαφον. Ο αλιεύς μείνας ενθουσιασμένος από το θαυμάσιον αυτό ψάρεμά του, οδήγησε την έλαφον εις το σπίτι του. Δυστυχώς ο αστυνομικός σταθμάρχης, πληροφορηθείς τούτο, την κατέσχε, διότι, καθά εικάζεται, εδραπέτευσεν από το εν Δεκελεία κτήμα της Α.Μ. του Βασιλέως». (Εμπρός, 19/02/1908)

Αυτή η αιωνόβια είδηση αποτελεί μία από τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη ελαφιών στην Πάρνηθα και, ταυτόχρονα, περιέχει και την επικρατέστερη εκδοχή για την παρουσία των κόκκινων ελαφιών (Cervus elaphus) τόσο κοντά στην Αθήνα. Η εκδοχή αυτή υποστηρίζει ότι ο σημερινός πληθυσμός των ελαφιών προέρχεται από τα ζώα που είχε φέρει ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ στο μεγάλο κτήμα του στο Τατόι (Δεκέλεια). Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι τα ελάφια της Πάρνηθας προέρχονται από άγρια ζώα, που βρήκαν ασφάλεια στις απομονωμένες βόρειες πλαγιές του βουνού, διασώθηκαν και διασταυρώθηκαν με τα ελάφια από το Τατόι.

Η αλήθεια ίσως να είναι κάπου στη μέση. Στο δίτομο έργο του «Το χρονικό του Τατοΐου» ο ιστορικός Κώστας Μ. Σταματόπουλος αναφέρει ότι ο βασιλιάς Γεώργιος έφερε ελάφια από την Ουγγαρία στην δεκαετία 1880-90. Στην αρχή τα είχαν μαντρωμένα σε ειδικό χώρο. «Αργότερα τα ελάφια αφέθηκαν ελεύθερα και ζευγάρωσαν με εγχώριες ράτσες», γράφει ο Σταματόπουλος, κάτι που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα φερτά από τον βασιλιά ελάφια να ενώθηκαν με άγρια ελάφια που ζούσαν στην Πάρνηθα.

Οι μαρτυρίες των περιηγητών

Για την άγρια ζωή της Πάρνηθας έχουμε αρκετά αξιόπιστες μαρτυρίες από ξένους περιηγητές.
Ο Άγγλος αρχαιολόγος Ρίτσαρντ Τσάντλερ επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1764-1766. Γράφει διάφορες λεπτομέρειες για την τότε κωμόπολη της Αθήνας κι αναφέρει το εξής ενδιαφέρον: «Ανεβαίνοντας στο βουνό που λέγεται Πάρνηθα, είδαμε να τρέχουν μπροστά μας κοπάδια από ζαρκάδια και ελάφια. Η Πάρνηθα είναι γεμάτη από αυτά και από λύκους. Ο χωριάτης που σκότωνε έναν λύκο τον έφερνε στο παζάρι και οι περισσότεροι του έδιναν κάποιο φιλοδώρημα».

Παρόμοια περιγραφή έχουμε και από τον Άγγλο λοχαγό Λέικ τον χειμώνα του 1806, ο οποίος γράφει: «Στην Πάρνηθα υπάρχουν αγριογούρουνα, όπως και κατά την εποχή του Παυσανία, σπάνια όμως βλέπεις αρκούδες. Αφθονούν οι λύκοι, οι λαγοί και οι πέρδικες». Και ενθουσιασμένος αναφέρεται «στα δύο εκείνα ελάφια που κατέβηκαν να δροσιστούν στην πηγή της Χασιάς».
Η επιβεβαιωμένη παρουσία λύκων στην Πάρνηθα, μέχρι και πριν 60-70 χρόνια, αποτελεί μία έμμεση απόδειξη για την ύπαρξη αν όχι άγριων ελαφιών στο βουνό, τουλάχιστον μεγάλων μηρυκαστικών, όπως είναι και τα ζαρκάδια. Οι λύκοι ζουν σε αγέλες, κυνηγούν ομαδικά και για να τραφούν χρειάζονται μεγαλόσωμα χορτοφάγα ζώα, όπως είναι τα ελάφια και τα ζαρκάδια.

Εισαγωγές από την Δανία


Εκτός από τα ουγγαρέζικα ελάφια που έφερε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ το 1880-90, μια άλλη βασιλική εισαγωγή ελαφιών έγινε το 1907 από την Δανία και μια τρίτη από το δασαρχείο στα μέσα της δεκαετίας του 1960 από την (τότε) Γιουγκοσλαβία.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ο σημερινός πληθυσμός των ελαφιών της Πάρνηθας γενετικά αποτελείται εν μέρει από άγρια ζώα που ζούσαν στο βουνό. Αν ζούσαν… Το 1992 μία κατάρρευση από το βάρος του χιονιού στην περίφραξη του καταφυγίου θηραμάτων, όπου ήταν κλεισμένα τα φερτά ελάφια από την Γιουγκοσλαβία, είχε ως επακόλουθο την διασπορά τους σ’ όλη την Πάρνηθα. Από τότε είναι άγνωστος ο αριθμός τους. Υπολογίζονται γύρω στα 400 - 500 άτομα, σύμφωνα με την έρευνα πεδίου του WWF (Διεθνές Παρατηρητήριο της Φύσης) Ελλάδας, που άρχισε πριν την μεγάλη πυρκαγιά του 2007.

Πάντως, η καταστροφική φωτιά του 2007 δεν φαίνεται να προξένησε σοβαρές ζημιές στον πληθυσμό των ελαφιών. Σύμφωνα με το δασαρχείο, βρέθηκαν 18 νεκρά ελάφια ενώ τα περισσότερα κατάφεραν να διαφύγουν από τις φλόγες. Το πρόβλημα όμως και για τα ίδια τα ελάφια και για την οικολογική ισορροπία των δασών της Πάρνηθας είναι ο μεγάλος αριθμός τους. Από την στιγμή που οι φυσικοί θηρευτές τους (όπως είναι οι λύκοι) έπαψαν να υπάρχουν στην Πάρνηθα, ο αριθμός των ελαφιών αυξήθηκε τόσο πολύ ώστε η τροφή τους να περιοριστεί και τα ζώα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τρώνε τους φλοιούς των ελάτων. Η φλοιοφαγία από τα ελάφια (η οποία δεν έχει πλήρως κατανοηθεί) αποτελεί μια απειλή για το ελατοδάσος της Πάρνηθας, που έτσι κι αλλιώς επιβιώνει σε οριακές οικολογικές συνθήκες. Παλιότερα υπήρξαν μεταφορές ελαφιών από την Πάρνηθα στον Κόζιακα, προκειμένου να ελεγχθεί κάπως ο πληθυσμός τους. Το 1997 το διαχειριστικό σχέδιο του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας όριζε ως ανώτατο επιτρεπτό όριο του πληθυσμού των ελαφιών τα 210 άτομα, ώστε να μην επιβαρυνθεί η οικολογική ισορροπία. Σήμερα πλησιάζουν, αν δεν ξεπερνούν, τα 500.

Ο μεγάλος αριθμός των ελαφιών, για τα οικολογικά δεδομένα της Πάρνηθας, φαίνεται ότι έχει κι άλλες συνέπειες. Μετά τη φωτιά του 2007 έγιναν αναλύσεις στα νερά πολλών πηγών του βουνού (Κεραμίδι, Γκούρα, Παλιοχώρι, Πλατάνα, Μόλα), για να διαπιστωθεί η επιβάρυνσή τους από τις στάχτες που άφησε η πυρκαγιά. Τελικά διαπιστώθηκε από τη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής μόλυνση από κολοβακτηρίδια, εντεροβακτήρια και εντερόκοκκους. Η μόλυνση αποδόθηκε σε «κοπρανώδη κατάλοιπα από ζώα που περνούν από την περιοχή ή ακόμη και από τα ελάφια που ζουν στην Πάρνηθα».

Αν και είναι ασαφής η προέλευσή τους, τα ελάφια της Πάρνηθας σχετίζονται με ρομαντικές ιστορίες της παλιάς Αθήνας κι αποτελούν σήμερα ένα σύμβολο για την άγρια ζωή της Αττικής. Σήμερα, όλη η βορειανατολική Πάρνηθα που σώθηκε από την φωτιά είναι γεμάτη από τα 500 περίπου ελάφια που ζουν στο βουνό.

Ένα γέρικο αρσενικό ελάφι στην πηγή της Μόλας