ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

Ranunculus lateriflorus

Δερβενοχώρια 05/04/2018

Ο Ranunculus lateriflorus (DC. 1817) είναι μεσογειακό φυτό με διάσπαρτη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: τέλματα, εποχιακά λιμνία σε υψόμετρα 0-1100 μ.
Μικρό φυτό 5-20 εκ., συχνά διακλαδισμένο από την βάση.
Άνθη μικρά, μοναχικά σε ανοιχτό κίτρινο.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούλιος.
Ετυμολογία:
Ranunculus < rana βάτραχος. Ο Πλίνιος γράφει ότι «ονομάζουμε ranunculus το βότανο που οι Έλληνες ονομάζουν βατράχιο» = βατράχιο, επειδή ορισμένα είδη αυτού του γένους ευδοκιμούν σε υδάτινο περιβάλλον.
lateriflorus < látus lateris πλευρά, (το) πλάγιον + flos floris άνθος ==> επειδή τα λουλούδια ανθίζουν πλαγίως.

 

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021

Quercus coccifera

Πατέρας 23/04/2013

Το πουρνάρι (Quercus coccifera, L. 1753) είναι βασικό συστατικό της μεσογειακής (μακίας και γκαρίγκ) βλάστησης. Συνήθως έχει θαμνώδη μορφή, λόγω της βόσκησης και της ξύλευσης, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα πολύ ανθεκτικό δέντρο και μάλιστα μεγάλων διαστάσεων, πάνω από 15 μέτρα. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, σε υψόμετρα 0-1200 (1600).
Κοινό ελληνικό όνομα: πουρνάρι
Το πουρνάρι είναι το πιο διαδεδομένο είδος δρυός.
Τα φύλλα του είναι μικρά, αγκαθωτά, πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω πλευρά. Την άνοιξη, όταν είναι νεαρά, έχουν καφετί χρώμα και είναι μαλακά και γλυκά, αποτελώντας βασική τροφή των κατσικιών.
Στα φύλλα του πουρναριού αναπτύσσεται ο «Κόκκος ο βαφικός» (Kermococcus vernmllio), ένα ημίπτερο έντομο που το κηκίδιό του δίνει μια κόκκινη χρωστική, το κρεμέζι ή πρινοκόκκι, εξ ου και coccifera - κοκκοφόρος για το επιστημονικό επίθετο του πουρναριού
Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Quercus < το λατινικό όνομα της δρυός.
coccifera < coccum > κόκκος + fero φέρω = κοκκοφόρος

«ἔχει δὲ τὴν μήτραν τὰ μὲν μεγάλην καὶ φανεράν, ὡς πρῖνος δρῦς...»
Θεόφραστος

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Phelipanche purpurea (Orobanche purpurea)

Κακιά Σκάλα - Γεράνεια 13/04/2013

Η Phelipanche purpurea [(Jacq.) Soják. 1972] έχει ευρεία εξάπλωση στην Ευρώπη και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Συνώνυμο: Orobanche purpurea (Jacq. 1762).
Βιότοπος: ξηρά, κάπως βασικά εδάφη, λιβάδια με γκρεμούς, άκρες δρόμων, χλοώδεις θέσεις συνήθως κοντά στη θάλασσα.
Ετήσιο ή πιθανώς διετές είδος. Παρασιτεί σε είδη της οικογένειας Asteraceae.
Τα άνθη μπορούν να επανεμφανιστούν μετά από δεκαετίες απουσίας, υποδηλώνοντας ότι οι σπόροι είναι μακράς διαρκείας ή ότι τα φυτά μπορούν να παραμείνουν χωρίς άνθηση για πολλά χρόνια.
Ετυμολογία:
Phelipanche < φηλός (αρχ.) απατηλός, πανούργος + άγχω (πνίγω) ==> αναφορά στον παρασιτισμό του είδους που προξενεί βλάβη στα φυτά-ξενιστές.
purpurea < πορφύρεος, πορφυρούς = πορφυρός, από το χρώμα των ανθέων.
Orobanche < όροβος (λαθούρι) + άν-χω= άγχω (πνίγω) ==> παρασιτικό που «πνίγει» τον όροβο = Οροβάγχη


Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Cerastium dubium

Δερβενοχώρια 05/04/2018

Το Cerastium dubium [(Bastard) Guépin 1949] είναι μεσογειακό φυτό που επεκτείνεται ως το Ιράν με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγρά λιβάδια, αμμώδεις και αργιλώδεις θέσεις σε υψόμετρα 0-700 μ.
Ετήσιο φυτό ελάχιστα διακλαδισμένο.
Ταξιανθία χαλαρή.
Άνθιση: τέλη Μαρτίου - Μάιος.
Ετυμολογία:
Cerastium < κεράτιον < κέρας ==> από την μορφή του καρπού.
dubium = αμφίβολο, αβέβαιο. 

Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

Ranunculus peltatus

Δερβενοχώρια 05/04/1018

Ο Ranunculus peltatus (Schrank 1789) εξαπλώνεται στην Ευρώπη και σε παράκτιες περιοχές της Αφρικής. Στην Ελλάδα έχει διάσπαρτη κατανομή σε λίγες θέσεις. 
Βιότοπος: ενδιαιτήματα γλυκού νερού, εποχιακά λιμνία, τέλματα και ρυάκια με αργή ροή σε υψόμετρα 0-1200 (1500) μ.
Ετήσιο ή πολυετές φυτό. 
Βλαστός βυθισμένος έως 1 μ. με τριχοειδή αποκλίνοντα τμήματα. Φύλλα νεφροειδή με 3-5 (7 λοβούς).
Άνθη μοναχικά με 5 ή μερικές φορές περισσότερα λευκά πέταλα.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο, ανάλογα με το υψόμετρο.
Ετυμολογία:
Ranunculus < rana (λατιν.) βάτραχος. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνιος γράφει ότι «ονομάζουμε ranunculus το βότανο που οι Έλληνες ονομάζουν βατράχιο»
peltátus < πέλτη, μικρή ελαφριά ασπίδα (εξ ου και οι ελαφρά οπλισμένοι πελταστές) σε σχήμα ημισελήνου ==> από τα ανώτερα φύλλα που έχουν σχήμα πέλτης.
Βατράχιο ==> επειδή ορισμένα είδη αυτού του γένους ευδοκιμούν σε υδάτινο περιβάλλον όπως οι βάτραχοι.



Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

Microthlaspi perfoliatum

Πεντέλη 06/02/2009

Το Microthlaspi perfoliatum [(L.) F. K. Mey. 1973] είναι ευρωμεσογειακό φυτό  με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Συνώνυμο Noccaea perfoliata (L.) Al-Shehbaz 2014.
Ευρωμεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Φύεται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων σε υψόμετρα 0 -2000 μ.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Ιούλιος.
Ετυμολογία:
Microthlaspi < μικρό + Thlaspi
perfoliatum < περί + foliatus (< folium φύλλο) φυλλάζων, φυλλώδης => με φύλλα που περιβάλλουν τον βλαστό, περιφυλλώδες, περιβλαστόφυλλο.
Thlaspi < θλάσπις, φυτό που αναφέρουν ο Διοσκουρίδης και ο Ιπποκράτης.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021

Erodium cicutarium

Περισσός 08/03/2014

Το Erodium cicutarium είναι μεσογειακό φυτό που τείνει να γίνει κοσμοπολίτικο.
Εξαπλώνεται σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: χωράφια, ελαιώνες, μπάζα, φρύγανα, αμμώδεις παράκτιες θέσεις σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Άνθιση: φεβρουάριος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Erodium < ερωδιός (το πτηνό) ==> επειδή ο καρπός θυμίζει ράμφος του πτηνού.
cicutarium < cicuta ( πιθανώς από το σανκριστικό çaka = βότανο) ==> αναφορά στο σχήμα των φύλλων.

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

Calicotome villosa

Πικέρμι 13/03/2008


Η Calicotome villosa (Poir) Link 1808, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Κοινό όνομα: ασπάλαθος.
Είναι συχνό θέαμα στην ελληνική φύση, οι κατακίτρινες γεμάτες ασπάλαθους πλαγιές που αναδύουν το γλυκό άρωμα αυτών των όμορφων θάμνων.
Είναι φυτό με διακλαδώσεις πολύ αγκαθωτές, χνουδωτό, με διακριτές αυλακώσεις κατά μήκος των βλαστών. Φύλλα με τρία μικρά φυλλάρια, χνουδωτά στην κάτω πλευρά.
Βιότοπος: φράχτες, θαμνότοποι, φρύγανα, σε υψόμετρα 200-1000 μ.
Άνθη κίτρινα, συνήθως σε δέσμες στις μασχάλες των διακλαδώσεων.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Calicotome < κάλυξ κάλυκος + τομή ==> αναφέρεται στον κάλυκα που τέμνεται εγκάρσια κατά την ανάπτυξη του άνθους = Καλυκοτόμη.
villósa < víllus ή véllus, μαλλί = μαλλιαρή, τριχωτή, χνουδωτή

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

Neotinea tridentata

Πικέρμι 03/04/2009

Η Νεοτινέα η τρίδοντη [Neotinea tridentata (Scopoli 1772) R. M. Bateman, Pridgeon & M.W.Chase 1997] είναι ευρωπαϊκή ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Περιγράφτηκε το 1772 από την Σλοβενία.
Συνώνυμο: Orchis tridentata, Scop. 1772.
Λεπτό φυτό, με ύψος 15-45 εκατοστά. Φύλλα 4-10 λογχοειδή.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, χωράφια, ορεινά λιβάδια μέχρι 1.600 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, οδοντωτά, ροζ με σκούρες ροζ κηλίδες.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Neotinea < νέο + Tineo, γένος στις ορχιδέες  αφιερωμένο στον Ιταλό βοτανικό (νέο) Vincenzo Tineo (1791-1856), γιό του (παλαιού) βοτανικού Giuseppe Tineo (1757-1812) ιδρυτή του βοτανικού κήπου του Παλέρμο στην Σικελία.
tridentata < tres τρις + dens γεν. dentis δόντι = τρίδοντη.