Η πλατεία Ομονοίας με φοίνικες. Κάποτε...
Ο καύσωνας που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες αποτελεί ένα ακραίο και σπάνιο καιρικό φαινόμενο. Τα χαρακτηριστικά του ήταν:
- Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες που, με εξαίρεση την βορειοδυτική Ελλάδα, σε όλη την χώρα κυμάνθηκαν στους 42-44 βαθμούς C. Δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα νησιά, όπου σημειώθηκαν θερμοκρασίες ρεκόρ για τον Ιούνιο.
- Η διατήρηση επί πολλές ώρες των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, από το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα.
- Το πρωτοφανές ύψος των «ελάχιστων» θερμοκρασιών κατά την διάρκεια της νύχτα, που γενικά δεν έπεσαν κάτω από του 31-33 βαθμούς C. Παρατηρήθηκε επίσης σε ορισμένες περιοχές και το εξωφρενικό φαινόμενο της ανόδου της θερμοκρασίας μέσα στην νύχτα, όπως συνέβη στην Παλαιοχώρα της νότιας Κρήτης. Το αποτέλεσμα ήταν να μην προλάβουν τα κτίρια να ψυχθούν στην διάρκεια της νύχτας, με μοιραία συνέπεια τα πάντα μέσα στο σπίτι (τοίχοι και υλικά) να ακτινοβολούν συνεχώς μεγάλα ποσά θερμότητας.
Βιώσαμε λοιπόν ένα εξαιρετικά ακραίο καιρικό φαινόμενο, οι συνέπειες του οποίου πολλαπλασιάστηκαν από τις συνθήκες που επικρατούν σε όλες τις ελληνικές πόλεις χωρίς εξαίρεση, γιατί το μπετόν και η έλλειψή πράσινου δεν είναι «προνόμιο» μόνο της Αθήνας. Μάλιστα υπάρχουν πόλεις, όπως το Ηράκλειο Κρήτης, όπου οι συνθήκες ζωής είναι πραγματικά εφιαλτικές. Για τον θανάσιμο συνδυασμό υψηλών θερμοκρασιών και αστικού περιβάλλοντος είχα γράψει παλαιότερα ένα ρεπορτάζ, που διατηρεί την επικαιρότητά του γιατί από τότε οι συνθήκες στην Αθήνα επιδεινώθηκαν.
Οι υψηλές θερμοκρασίες, βεβαίως, αποτελούν τον κανόνα όλο το καλοκαίρι. Αυτό η φύση το ξέρει κι έχει φροντίσει να προετοιμαστεί. Η μεσογειακή χλωρίδα αποτελείται κυρίως από θάμνους, όπως οι σχίνοι, οι κουμαριές, τα σπάρτα, τα πουρνάρια, οι χαρουπιές κλπ, που έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά για να αντέχουν το θερμό, ξηρό και παρατεταμένο ελληνικό καλοκαίρι. Τα φύλλα τους είναι πολύ σκληρά έτσι ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η απώλεια χυμών. Ανάλογα με τις συνθήκες οι θάμνοι αυτοί μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλα δέντρα.
Η χλωρίδα της Αθήνας, του Λεκανοπεδίου και της Αττικής είναι προσαρμοσμένη στις συνθήκες του μακρού και ξηροθερμικού καλοκαιριού. Το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής καλύπτεται (καλυπτόταν καλύτερα, γιατί η αστική επέκταση έχει καλύψει τα πάντα) από την μεσογειακή βλάστηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Υμηττός, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε και από τους αρχαίους συγγραφείς δεν είχε δέντρα (πεύκα δηλαδή) και ήταν «μελισσοβότανος». Πευκοδάση υπήρχαν κυρίως στην Πεντέλη και έλατα στην κορυφή της Πάρνηθας. Στο Λεκανοπέδιο υπήρχαν ελαιώνες και περιβόλια, κυρίως κατά κατά τον ρουν του Κηφισσού από το Μενίδι μέχρι την Αγία Άννα, του Ρέντη και πιο κάτω.
Για την ζέστη και πολλές φορές την κάψα που επικρατούσε το καλοκαίρι στην Αθήνα και την Αττική έχουμε γραπτές αναφορές και ειδήσεις.
Την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα ακολούθησαν και πολλοί Βαυαροί. Ανάμεσά τους ήταν και ο αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, ο οποίος αργότερα έγινε και ο πρώτος Διευθυντής Αρχαιοτήτων. Στα γραπτά του διασώζει και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή πριν 160-170 χρόνια στην Αθήνα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, γράφει ο Ρος:
«Ο Ιούνιος είναι ο κατ' εξοχήν μήνας του θερισμού και γι' αυτό τον λένε γενικά οι χωριάτες "θεριστή", όπως λένε τον Ιούλιο "αλωνάρη". Αυτούς τους μήνες ο ήλιος μεσουρανεί ολόκληρος στον χάλκινο ουρανό. Σπάνια συννεφιάζει. Απ΄ τις αρχές του Ιουνίου ως την Ισημερία, καμιά φορά κι ως τον Οκτώβριο, πέφτει στην Αττική και ιδίως στις χαμηλότερες περιοχές της χώρας, αραιά και που καμιά βροχή. Έτσι από τα τέλη του Μάη ξεραίνεται κάθε χλόη και κάθε είδους χορτάρι στους κάμπους.
«Το 1833 ήταν ένα ζεστό, άδροσο καλοκαίρι, ασφυκτικό και θολό. Μονάχα οι πρωινές και οι βραδινές ώρες στην Ακρόπολη έδιναν κάποιαν ανακούφιση. Μέσα στο καλοκαίρι ήρθε ο Ζουμπφτ από το Βερολίνο. Όταν περνούσε η φωτιά και λαύρα της μέρας, ανεβαίναμε την ώρα της δύσης στον Παρθενώνα, καθόμασταν πάνω στο δυτικό ύψωμα και αφήναμε τα βλέμματά μας και τις σκέψεις μας να θέλγονται από το πανόραμα που εκτείνονταν χιλιόμετρα από κάτω μας, απ' την Τροιζήνα και την Αίγινα ως την Κόρινθο, Μέγαρα και τον Μαραθώνα και περιλάμβανε μερικούς απ' τους πιο τιμημένους τόπους της Ελλάδας. Ο υπηρέτης μου έφερνε καφέ και τσιμπούκια και καθόμασταν εκεί ως το σούρουπο, απολαμβάνοντας τη θέα. Αλλά επειδή το καταμεσήμερο ο Ζουμπφτ δεν προφυλλάσονταν, έπαθε ηλίαση.»
Από μετεωρολογικά και δημοσιογραφικά στοιχεία φαίνεται ότι περίπου κάθε 10-15 χρόνια έχουμε στην Αθήνα κάποιο περιστατικό έντονου και συνεχούς καύσωνα. Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ (δεξιά) της εφημερίδα "Σκριπ" από τις αρχές Ιουλίου 1902, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι τα αμπέλια της Αττικής τα έκαψε ο λίβας.
Οι αμπελώνες των Μεσογείων άντεξαν τους καύσωνες. Δεν άντεξαν όμως την ραγδαία αστική ανάπτυξη, μετά την κατασκευή του αεροδρομίου. Όπως δεν άντεξαν την αστική πίεση σε όλη την Αττική τα πευκοδάση, οι ελαιώνες, οι θαμνότοποι, η άγρια ζωή γενικά.
Αυτός ο καύσωνας πέρασε. Θα ακολουθήσουν όμως φέτος κι άλλες ζέστες, που θα φαίνονται μεγαλύτερες από τις συνθήκες τις αστικής ζωής. Και φυσικά θα ακολουθήσουν οι πυρκαγιές. Αλλά γι' αυτές έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τα ξαναπούμε...
Πηγές:
Λουδοβίκου Ρος, «Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1976