ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Asplenium ceterach

Φιλοθέη 14/02/2014 Τουρκοβούνια

Η φτέρη Asplenium ceterach (L. 1753) έχει μεγάλη εξάπλωση από την Δυτική Ευρώπη έως τα Ιμαλάΐα.
Βιότοπος: βράιχα και βραχώδεις θέσεις συνήθως σε μισοσκιασμένες θέσεις και σε υψόμετρα 0-2000 μ.
Ετυμολογία:
Asplenium < ασπλήνος (φτέρη που αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη) < α στερητικό + σπλην (σπληνός) ==> επειδή πιστεύεται ότι θεραπεύει διαταραχές του σπληνός (της σπλήνας).
ceterach < cetrack η αραβική ονομασία του φυτoύ (κατά την πιθανότερη εκδοχή).




Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

Malva sylvestris

Περισσός 20-03-2008 Τουρκοβούνια

Η Μολόχα η δασική (Malva sylvestris, L. 1753) είναι η πιο κοινή από τις μολόχες και αυτή που κατά κύριο λόγο συλλέγεται για φαρμακευτικούς σκοπούς. Είναι φυτό που ζει τουλάχιστον δύο χρόνια. Φύεται σε φράκτες, άκρες δρόμων και μεσογειακά λιβάδια.
Διατηρούμε το αρχαίο της όνομα «μολόχη», που θεωρείται άγνωστης ετυμολογίας. Οι αρχαίοι την συνέδεαν με το ρήμα «μαλάσσω» και ίσως να είχαν δίκιο, αν σκεφτούμε ότι τα νωπά φύλλα της τα χρησιμοποιούμε και σήμερα για τα οδυνηρά τσιμπήματα μελισσών, σφηκών και τσουκνίδων, μαλάσσοντας με αυτά το δέρμα μας.
Τα φύλλα της μολόχας χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα σε δερματικές παθήσεις, φλεγμονές, συνάχι, γαστρεντερίτιδα. Γενικά, θεωρείται ότι τα φύλα (και αποξηραμένα) έχουν μαλακτικές, αποχρεμπτικές, στυπτικές και καταπραϋντικές ιδιότητες.
Η μολόχα είναι βρώσιμη και λαχανεύεται. Ήδη όμως από την αρχαιότητα ο Ησίοδος την θεωρούσε τροφή των φτωχών. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι πάντως την καλλιεργούσαν ως βρώσιμο λαχανικό. Οι Πυθαγόρειοι την έτρωγαν γιατί ήταν ελαφριά στο στομάχι κι άφηνε ελεύθερη την σκέψη. Την τρώνε ακόμα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αλλά πλέον είναι παραμελημένη ίσως γιατί είναι πολύ κοινή. Στην Κάσο την κάνουν ντολμάδες και στην Τήνο βάζουν τα χοντρά βλαστάρια της σε ομελέτες.
Και μια ωραία ιστορία: Ο Μανουήλ Βερνάρδος από το Ρέθυμνο ήταν τυπογράφος, νομομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρίας και αγωνιστής στην Επανάσταση του 1821. Κάποτε αναγκάστηκε να ζήσει 6 βδομάδες σε ένα ξωκκλήσι στη Σκύρο, έπαθε κρυοπαγήματα κι έγραψε: «Ψωμί και μολοχόφυλλα εις εν αγγείον βάζω, στο παγωμένο δάκτυλο ιατρικόν το βάζω». Τα στιχουργήματά του εκδόθηκαν στη Σύρο το 1834 με τίτλο «Δεινολογία».
Ετυμολογία:
Malva > malva (λατιν.). Η μαλάχη των αρχαίων, μολόχα
sylvestris > sylva > silva, δάσος = δασική


Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Tragopogon porrifolius subsp. eriospermus

Περισσός 13-03-2014 Τουρκοβούνια
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Τραγοπώγων ο πρασσόφυλος (Tragopogon porrifolius L.) είναι πολύμορφο είδος. Στην Ελλάδα θεωρείται ότι υπάρχει το υποείδος «εριόσπερμος» [Tragopogon porrifolius subsp. eriospermus (Ten.) Greuter 2007] με ευρεία εξάπλωση σε όλη την χώρα.
Στιβαρό φυτό με πλατιά, γραμμοειδή φύλλα, περίβλαστα.
Βιότοπος: μεσογειακά λιβάδια, πετρώδεις πλαγιές, ακαλλιέργητοι αγροί, καλλιέργειες.
Κεφάλια με πολλά ανθίδια, ρόδινα ή ιώδη και βράκτια οξύληκτα. Μετά την άνθιση τα βράκτια κλείνουν και ξανανοίγουν για να απελευθερώσουν τα φτερωτά καρπίδια.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Tragopogon > τράγος + πώγων - από την μορφή του πάππου = Τραγοπώγων (αρχαίο όνομα από τον Διοσκουρίδη).
porrifolius > porrum (πράσο) + folium φύλλο = πρασόφυλλος.
eriospermus > έριον + σπέρμα = εριόσπερμος.



Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Fritillaria obliqua


Η Φριτιλάρια η πλαγία (Fritillaria obliqua Ker-Gawler 1805) είναι ενδημική Αττικής και Εύβοιας.
Περιγράφτηκε από τα Τουρκοβούνια του Λεκανοπεδίου Αθηνών.
Παλαιογεωγραφικό πολυετές βολβώδες φυτό. Φύλλα 8-13, γλαυκά, λογχοειδή. Άνθη 1-3, εύοσμα.
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές θέσεις με φρύγανα και αραιή θαμνώδη βλάστηση, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1000 μέτρα.
Άνθη: κωνικά, καμπανοειδή, με τμήματα μαύρα, γλαυκά στο εξωτερικό.
Άνθιση: αρχές Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Τουρκοβούνια, Πάρνηθα, Καπανδρίτι, Πεντέλη, Λίμνη Μαραθώνα, Σχινιάς.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Σχεδόν Απειλούμενο» (ΝΤ).

Ετυμολογία:
Fritillaria > fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
obliquus, -a, -um = πλάγιος, λοξός - για την πλάγια θέση των ανθέων στον βλαστό.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Calendula arvensis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Calendula arvensis (Vaill.) L. 1763, είναι ευρωμεσογειακό είδος με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινό φυτό με ύψος έως 30 εκ.
Φύλλα λογχοειδή, συχνά ελαφρώς οδοντωτά, τα κατώτερα έμμισχα. νεφροειδή, οδοντωτά.
Βιότοπος: χωράφια σε αγρανάπαυση, ελαιώνες, δρόμοι, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Κεφάλια μέχρι 2 εκ., με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Calendula > calendae, πρωτομηνιά στο ρωμαϊκό ημερολόγιο - υπαινιγμός για την ανθοφορία που διαρκεί μεγάλο διάστημα.
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Από τα άνθη της καλέντουλας παράγεται αιθέριο έλαιο, πλούσιο σε καροτίνες, που χρησιμοποείται στη θεραπεία πληγών και εγκαυμάτων. Στην ιατρική χρησιμοποιείται για τις εμμηναγωγές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της. Στην λαϊκή ιατρική η χρήση της είναι απολυμαντική, αντισηπτική και επουλωτική των πληγών. Παλιά χρησιμοποιούσαν τα πορτοκαλοκίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια των λουλουδιών της για να νοθεύουν το σαφράν του κρόκου. Στην μαγειρική τα αποξηραμένα και τριμμένα ανθίδια της χρωματίζουν τυριά, σούπες, πιλάφια, μακαρονάδες, κοτόπουλο, γι’ αυτό και θεωρείται το «σαφράν των φτωχών».

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Portulaca oleracea γλιστρίδα αντράκλα

Αθήνα 14/07/2017

Η Portulaca oleracea L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: εποχικά λιμνία, χωράφια, κήποι, γλάστρες κλπ, σε υψόμετρα 0-400 (-1100) μ.
Κοινές ονομασίες: γλιστρίδα, αντράκλα.
Ποώδες φυτό, έρπον, με βλαστούς διακλαδισμένους και φύλλα αντωοειδή, σαρκώδη, λεία, συχνά με σκούρα χροιά στα χείλη.
Τα άνθη είναι κίτρινα και φύονται στις μασχάλες ή στις κορυφές των βλαστών σε μικρές ομάδες.
Ανθίζει (Μάρτιο) Απρίλιο - Ιούλιο.

Ετυμολογία:
Portulaca > portula πορτάκι ==> λόγω της αποκοπής του καρπού που αποτελείται από μια κάψουλα, η οποία ανοίγει με ένα μικρό κάλυμμα, ακριβώς όπως μια μικρή πόρτα.
oleracea > ólus óleris, λαχανικό.





Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Lagurus ovatus

Περισσός 02/04/2014 Τουρκοβούνια

Ο Lagurus ovatus L. 1753, είναι μεσογειακό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: λιβάδια, αμμώδεις παράκτιοι βιότοποι, φρύγανα, άκρες αγρών, ελαιώνες, διάκενα κωνοφόρων δασών σε υψόμετρα 0-700 (-1100) μ.
Ετήσιο φυτό, χνουδωτό, με όρθιο βλαστό-καλάμι 15-40 εκ.
Φύλλα με επιμήκη λογχοειδή ελάσματα
Ταξιανθία σταχυόμορφη φόβη, πυκνή, ωοειδής, χνουδωτή μεταξοειδής.
Ανθίζει τέλη Μαρτίου έως αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Lagurus >  λαγωός λαγός + ουρά ==> αναφορά στην ταξιανθία.
ovatus > óvum αυγό = ωοειδής.





Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Plantago lagopus subsp. lagopus

Περισσός 13/03/2014 Τουρκοβούνια

Το Plantago lagopus L. 1753 είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: αμμώδεις και βραχώδεις παράκτιοι βιότοποι, φρύγανα, λιβάδια, ακαλλιέργητα χωράφια, σε υψόμετρα 0-500 (-1300) μ.
Διετές φυτό, 30-40 εκ..
Φύλλα μέχρι 30 εκ., που σχηματίζουν ρόδακα, λογχοειδή, με αραιούς οδόντες και 3-7 νευρώσεις.
Ανθικοί βλαστοί ραβδωτοί, 2-4 φορές μεγαλύτεροι από τα φύλλα.
Άνθη σε πυκνούς, ωοειδείς ή στρογγυλούς στάχεις με 4 πέταλα λεία, οξύληκτα.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Plantago > planta πέλμα ποδιού - αναφέρεται στο μέγεθος και την μορφή των φύλλων.
lagopus > λαγός + πους (πόδι) = λαγόπους.

«λαγόπουν· οἱ δὲ λαγοῦ κύμινον καλοῦσιν.»
Διοσκουρίδης



Περισσός 20/03/2008 Τουρκοβούνια



Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Allium neapolitanum

Φιλοθέη 18/03/2008

Το Άλλιο το ναπολιτάνικο (Allium neapolitanum, Cirillo 1788) είναι μεσογειακό γεώφυτο με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Έχει χαρακτηριστικό τριγωνικό βλαστό με τη μια ακμή λιγότερο γωνιώδη από τις υπόλοιπες δύο και φύλλα 2-3, λεία. Σκιάδιο αραιό μέχρι 10εκ. διάμετρο με άνθη λευκά σε μακρείς ποδίσκους. Οι στήμονες είναι κοντύτεροι από τα τέπαλα. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο).
neapolitanum > Napoli (η ιταλική πόλη) > Νεάπολις (το αρχαίο όνομα της Napoli) = ναπολιτάνικο.





Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Eryngium campestre

Περισσός 25/05/2007 Τουρκοβούνια

Το Ηρύγγιον το αρουραίο -πεδινό (Eryngium campestre L. 1753) φύεται σε όλη την Ελλάδα.
Είναι πολυετές φυτό, γλαυκοπράσινο, με ύψος 20-70 εκατοστά και ρίζα παχιά γογγυλόμορφη.
Φύλλα βάσης τριμερή, πολύ αγκαθωτά.
Άνθη σε ωοειδή πυκνή ταξιανθία.
Βιότοπος: χέρσα άγονα χωράφια, ξηρά λιβάδια.
Ανθιση: Μάιος - Ιούνιος.

Ετυμολογία:
Eryngium > ηρύγγιον (Θεόφραστος)
campestre > > campus (λατιν), πεδιάδα, κάμπος = πεδινό, αρουραίο.





Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Melilotus indicus


Τουρκοβούνια (Περισσός) 20/03/2008

Ο Melilotus indicus (L.) All. 1785 είναι μεσογειακό (και μάλλον κοσμοπολίτικο) φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, αγροί, πρανή, παράκτιες θέσεις σε υψόμετρα 0-900 μ.
Ετήσιο ποώδες φυτό με βλαστό όρθιο ή λοξά όρθιο, ύψους 15-50 εκ.
Φυλλάρια λογχοειδή-προμήκη, πριονωτά. Παράφυλλα σχεδόν λειόφυλλα.
Ταξιανθία πυκνός βότρυς με 10 έως πολλά άνθη. Στεφάνη απαλά κίτρινη.
Καρπός χέδρωπας σχεδόν κυκλικός, ισχυρά δικτυόνευρος, γυμνός, λευκόγκριζος όταν είναι νεαρός.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Melilotus > μέλι + lotus (είδος τριφυλλιού με παρόμοιο άνθος).
indicus, a, um > India ή Indie = ινδικός.




Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Η κάππαρη βγαίνει στα όρη και το Μοναστηράκι

Μοναστηράκι 05/06/2007


Έχουμε που έχουμε τα βάσανά μας (όποια έχει ο καθένας) μας ήρθε και το μνημόνιο, που να σηκώσουμε το βλέμμα μας για να δούμε τι υπάρχει τριγύρω μας. Αν βρεθείτε καλοκαίρι στον σταθμό του ΗΣΑΠ στο Μοναστηράκι, αν δεν σας ενοχλεί η ζέστη και αν φυσικά σηκώσετε το βλέμμα σας, θα παρατηρήσετε να φυτρώνει μέσα από τους πέτρινους τοίχους ένα φυτό με μεγάλα λευκορόδινα άνθη. Το φυτό είναι η κάππαρη που, εκτός από τα όρη όπως υποστηρίζει το ρεμπέτικο τραγούδι, βγαίνει σε τοίχους παλιών σπιτιών στην Πλάκα, τα Εξάρχεια, το Μεταξουργείο και βεβαίως σε… σταθμούς τρένων.

Η κάππαρη είναι ασβεστόφιλο φυτό, γι’ αυτό και αγαπά τους τοίχους. Κατά κάποιο τρόπο οι τοίχοι μοιάζουν με τον φυσικό της βιότοπο, που είναι τα ασβεστολιθικά βράχια με τις τόσες ρωγμές που διαθέτουν. Η κάππαρη ανθίζει το καλοκαίρι. Το μέρος του φυτού που τρώμε είναι τα μπουμπούκια των λουλουδιών του και όχι οι καρποί τους, όπως ίσως πιστεύουν πολλοί.

Τα μπουμπούκια της κάππαρης γίνονται τουρσί και πλουτίζουν με την εξαιρετική τους γεύση σάλτσες και σαλάτες, ιδιαίτερα τις ντοματοσαλάτες.  Συνεχίζουμε και σήμερα να χρησιμοποιούμε το αρχαίο όνομα «κάππαρις», που είναι πανάρχαιο και διατηρείται επίσης στην επιστημονική λατινική ονομασία (Capparis spinosa = Κάππαρις η ακανθώδης). Ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του γράφει ότι η λέξη κάππαρις είναι άγνωστης ετυμολογίας και αποτελεί μάλλον γλωσσικό δάνειο. Αλλά κι εδώ δάνειο, βρε παιδιά; Πως γίνεται να δανείστηκαν οι αρχαίοι Έλληνες μια ξένη λέξη για ένα φυτό που είναι τόσο κοινό ώστε να φυτρώνει ακόμα και στους τοίχους των σπιτιών τους;

Ο αρχαίος γιατρός Διοσκουρίδης συνιστά να είναι καλά μαγειρεμένη η κάππαρη, γιατί έτσι δεν επιβαρύνει το στομάχι. Ο αρχαίος γευσιγνώστης Αθήναιος την αναφέρει έξι φορές στους «Δειπνοσοφιστές» του. Γενικά όμως στην κλασική αρχαιότητα την θεωρούσαν τροφή για τους φτωχούς. Ο ποιητής Τιμοκλής σατιρίζει την διασημότερη εταίρα της αρχαιότητας, την Φρύνη, βάζοντάς την να πουλάει κάππαρη στην αγορά της Αθήνας. Οι πλούσιοι Ρωμαίοι δεν την καταδέχονταν. Όχι όμως και οι Βυζαντινοί, που τη θεωρούσαν θαυμάσιο ορεκτικό («ενόρεκτος κάππαρις») όπως γράφει ο Παύλος ο Αιγινήτης.

Σήμερα, η κάππαρη τουρσί σε βαζάκια βρίσκεται στα ράφια όλων των σούπερ μάρκετ. Τα μπουμπούκια της αρχίζουν να συλλέγονται από τις αρχές Ιουνίου. Μπαίνουν σε νερό για δέκα μέρες και στη συνέχεια σε ξίδι και αλάτι. Σε ένα μήνα η κάππαρη είναι έτοιμη να μπει στις καλοκαιρινές σαλάτες.

Όπως όλα τα φυτά έτσι και η κάππαρη έχει φαρμακευτικές ιδιότητες. Τα μπουμπούκια και η ρίζα της είναι απολυμαντικά των νεφρών, εμμηναγωγά, ανθελμινικά, διουρητικά και τονωτικά. Θεωρούνται επίσης αποτελεσματικά κατά της αρτηριοσκλήρυνσης, των αιμορροΐδων, του κρυολογήματος και της οσφυαλγίας.

Η κάπαρη μπήκε και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Όχι για την υπόξινη γεύση της αλλά μάλλον γιατί κάνει ομοιοκαταληξία με τη ζάχαρη. Να τι λέει το σχετικό τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη (1917-2005):

Στα όρη βγαίνει η κάππαρη
τα χείλη σου είναι ζάχαρη
κι όλο μου λεν λόγια γλυκά
ωραία Θεσσαλονικιά
Πετούν τα μάτια σου φωτιές
και μαραζώνεις τις καρδιές,
μαράζωσες κι εμένανε
που μ’ έχει η μάνα μου ένανε


Τουρκοβούνια 01/08/2009, άνθος και μπουμπούκια



Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Καλέντουλα, το σαφράν των φτωχών


 Αρχαία Αγορά 23/12/ 2007

Η Calendula arvensis (Vaill.) L. 1763, είναι ευρωμεσογειακό είδος με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινό φυτό με ύψος έως 30 εκ.
Φύλλα λογχοειδή, συχνά ελαφρώς οδοντωτά, τα κατώτερα έμμισχα. νεφροειδή, οδοντωτά.
Βιότοπος: χωράφια σε αγρανάπαυση, ελαιώνες, δρόμοι, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Κεφάλια μέχρι 2 εκ., με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Calendula > calendae, πρωτομηνιά στο ρωμαϊκό ημερολόγιο - υπαινιγμός για την ανθοφορία που διαρκεί μεγάλο διάστημα.
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Από τα άνθη της καλέντουλας παράγεται αιθέριο έλαιο, πλούσιο σε καροτίνες, που χρησιμοποείται στη θεραπεία πληγών και εγκαυμάτων. Στην ιατρική χρησιμοποιείται για τις εμμηναγωγές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της. Στην λαϊκή ιατρική η χρήση της είναι απολυμαντική, αντισηπτική και επουλωτική των πληγών. Παλιά χρησιμοποιούσαν τα πορτοκαλοκίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια των λουλουδιών της για να νοθεύουν το σαφράν του κρόκου. Στην μαγειρική τα αποξηραμένα και τριμμένα ανθίδια της χρωματίζουν τυριά, σούπες, πιλάφια, μακαρονάδες, κοτόπουλο, γι’ αυτό και θεωρείται το «σαφράν των φτωχών».

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2007

Οι καύσωνες, η Αθήνα και η φύση

Η πλατεία Ομονοίας με φοίνικες. Κάποτε...

Ο καύσωνας που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες αποτελεί ένα ακραίο και σπάνιο καιρικό φαινόμενο. Τα χαρακτηριστικά του ήταν:

  • Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες που, με εξαίρεση την βορειοδυτική Ελλάδα, σε όλη την χώρα κυμάνθηκαν στους 42-44 βαθμούς C. Δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα νησιά, όπου σημειώθηκαν θερμοκρασίες ρεκόρ για τον Ιούνιο.
  • Η διατήρηση επί πολλές ώρες των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, από το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα.
  • Το πρωτοφανές ύψος των «ελάχιστων» θερμοκρασιών κατά την διάρκεια της νύχτα, που γενικά δεν έπεσαν κάτω από του 31-33 βαθμούς C. Παρατηρήθηκε επίσης σε ορισμένες περιοχές και το εξωφρενικό φαινόμενο της ανόδου της θερμοκρασίας μέσα στην νύχτα, όπως συνέβη στην Παλαιοχώρα της νότιας Κρήτης. Το αποτέλεσμα ήταν να μην προλάβουν τα κτίρια να ψυχθούν στην διάρκεια της νύχτας, με μοιραία συνέπεια τα πάντα μέσα στο σπίτι (τοίχοι και υλικά) να ακτινοβολούν συνεχώς μεγάλα ποσά θερμότητας.
Βιώσαμε λοιπόν ένα εξαιρετικά ακραίο καιρικό φαινόμενο, οι συνέπειες του οποίου πολλαπλασιάστηκαν από τις συνθήκες που επικρατούν σε όλες τις ελληνικές πόλεις χωρίς εξαίρεση, γιατί το μπετόν και η έλλειψή πράσινου δεν είναι «προνόμιο» μόνο της Αθήνας. Μάλιστα υπάρχουν πόλεις, όπως το Ηράκλειο Κρήτης, όπου οι συνθήκες ζωής είναι πραγματικά εφιαλτικές. Για τον θανάσιμο συνδυασμό υψηλών θερμοκρασιών και αστικού περιβάλλοντος είχα γράψει παλαιότερα ένα ρεπορτάζ, που διατηρεί την επικαιρότητά του γιατί από τότε οι συνθήκες στην Αθήνα επιδεινώθηκαν.
Οι υψηλές θερμοκρασίες, βεβαίως, αποτελούν τον κανόνα όλο το καλοκαίρι. Αυτό η φύση το ξέρει κι έχει φροντίσει να προετοιμαστεί. Η μεσογειακή χλωρίδα αποτελείται κυρίως από θάμνους, όπως οι σχίνοι, οι κουμαριές, τα σπάρτα, τα πουρνάρια, οι χαρουπιές κλπ, που έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά για να αντέχουν το θερμό, ξηρό και παρατεταμένο ελληνικό καλοκαίρι. Τα φύλλα τους είναι πολύ σκληρά έτσι ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η απώλεια χυμών. Ανάλογα με τις συνθήκες οι θάμνοι αυτοί μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλα δέντρα.

Η χλωρίδα της Αθήνας, του Λεκανοπεδίου και της Αττικής είναι προσαρμοσμένη στις συνθήκες του μακρού και ξηροθερμικού καλοκαιριού. Το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής καλύπτεται (καλυπτόταν καλύτερα, γιατί η αστική επέκταση έχει καλύψει τα πάντα) από την μεσογειακή βλάστηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Υμηττός, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε και από τους αρχαίους συγγραφείς δεν είχε δέντρα (πεύκα δηλαδή) και ήταν «μελισσοβότανος». Πευκοδάση υπήρχαν κυρίως στην Πεντέλη και έλατα στην κορυφή της Πάρνηθας. Στο Λεκανοπέδιο υπήρχαν ελαιώνες και περιβόλια, κυρίως κατά κατά τον ρουν του Κηφισσού από το Μενίδι μέχρι την Αγία Άννα, του Ρέντη και πιο κάτω.

Για την ζέστη και πολλές φορές την κάψα που επικρατούσε το καλοκαίρι στην Αθήνα και την Αττική έχουμε γραπτές αναφορές και ειδήσεις.
Την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα ακολούθησαν και πολλοί Βαυαροί. Ανάμεσά τους ήταν και ο αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, ο οποίος αργότερα έγινε και ο πρώτος Διευθυντής Αρχαιοτήτων. Στα γραπτά του διασώζει και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή πριν 160-170 χρόνια στην Αθήνα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, γράφει ο Ρος:

«Ο Ιούνιος είναι ο κατ' εξοχήν μήνας του θερισμού και γι' αυτό τον λένε γενικά οι χωριάτες "θεριστή", όπως λένε τον Ιούλιο "αλωνάρη". Αυτούς τους μήνες ο ήλιος μεσουρανεί ολόκληρος στον χάλκινο ουρανό. Σπάνια συννεφιάζει. Απ΄ τις αρχές του Ιουνίου ως την Ισημερία, καμιά φορά κι ως τον Οκτώβριο, πέφτει στην Αττική και ιδίως στις χαμηλότερες περιοχές της χώρας, αραιά και που καμιά βροχή. Έτσι από τα τέλη του Μάη ξεραίνεται κάθε χλόη και κάθε είδους χορτάρι στους κάμπους.

«Το 1833 ήταν ένα ζεστό, άδροσο καλοκαίρι, ασφυκτικό και θολό. Μονάχα οι πρωινές και οι βραδινές ώρες στην Ακρόπολη έδιναν κάποιαν ανακούφιση. Μέσα στο καλοκαίρι ήρθε ο Ζουμπφτ από το Βερολίνο. Όταν περνούσε η φωτιά και λαύρα της μέρας, ανεβαίναμε την ώρα της δύσης στον Παρθενώνα, καθόμασταν πάνω στο δυτικό ύψωμα και αφήναμε τα βλέμματά μας και τις σκέψεις μας να θέλγονται από το πανόραμα που εκτείνονταν χιλιόμετρα από κάτω μας, απ' την Τροιζήνα και την Αίγινα ως την Κόρινθο, Μέγαρα και τον Μαραθώνα και περιλάμβανε μερικούς απ' τους πιο τιμημένους τόπους της Ελλάδας. Ο υπηρέτης μου έφερνε καφέ και τσιμπούκια και καθόμασταν εκεί ως το σούρουπο, απολαμβάνοντας τη θέα. Αλλά επειδή το καταμεσήμερο ο Ζουμπφτ δεν προφυλλάσονταν, έπαθε ηλίαση.»

Από μετεωρολογικά και δημοσιογραφικά στοιχεία φαίνεται ότι περίπου κάθε 10-15 χρόνια έχουμε στην Αθήνα κάποιο περιστατικό έντονου και συνεχούς καύσωνα. Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ (δεξιά) της εφημερίδα "Σκριπ" από τις αρχές Ιουλίου 1902, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι τα αμπέλια της Αττικής τα έκαψε ο λίβας.
Οι αμπελώνες των Μεσογείων άντεξαν τους καύσωνες. Δεν άντεξαν όμως την ραγδαία αστική ανάπτυξη, μετά την κατασκευή του αεροδρομίου. Όπως δεν άντεξαν την αστική πίεση σε όλη την Αττική τα πευκοδάση, οι ελαιώνες, οι θαμνότοποι, η άγρια ζωή γενικά.

Αυτός ο καύσωνας πέρασε. Θα ακολουθήσουν όμως φέτος κι άλλες ζέστες, που θα φαίνονται μεγαλύτερες από τις συνθήκες τις αστικής ζωής. Και φυσικά θα ακολουθήσουν οι πυρκαγιές. Αλλά γι' αυτές έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τα ξαναπούμε...
Πηγές:
Λουδοβίκου Ρος, «Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1976

Σάββατο 16 Ιουνίου 2007

Opuntia ficus-indica / Φραγκόσυκα Αθηνών

Λόφος Στρέφη, 26 Μαΐου 2007


Η Οπουντία η ινδική συκιά (Opuntia ficus-indica [(L.) Mill. 1768], με κοινό ελληνικό όνομα «φραγκοσυκιά», αν και ιθαγενές της Αμερικής, έχει εγκλιματιστεί τόσο καλά στο μεσογειακό κλίμα, ώστε ευδοκιμεί σ' όλες τις παραμεσόγειες χώρες. Μπορεί να πάρει δενδρώδη μορφή, αν και συχνότερα διαμορφώνεται σαν θάμνος σε φράχτες. Οι βλαστοί αποτελούνται από αρθρωτά, ωοειδή, σαρκώδη τμήματα, πολύ αγκαθωτά, που το μήκος τους μπορεί να φτάσει τα 40 εκ.
Τα άνθη είναι κίτρινα και οι καρποί κυλινδρικοί, κόκκινοι με πληθώρα από μικρά αγκάθια. Οι καρποί, τα φραγκόσυκα, είναι πάρα πολύ γευστικοί και στην Ελλάδα αποτελούν εξαίρετο καλοκαιρινό φρούτο γι΄ αυτούς που ξέρουν να τα καθαρίζουν.
Ανθίζει την άνοιξη και καρποφορεί από τα τέλη του καλοκαιριού.

Ετυμολογία:
Opuntia > κατά τον Théis από την Οπουντία ( > οπούς) πόλη στην Λοκρίδα (των Οπουντίων Λοκρών)
ficus-indica > ficus συκιά + indica ινδική = ινδική συκιά.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

Ίριδες (Iris albicans) στο κέντρο της Αθήνας

Λόφος του Στρέφη- 6 Απριλίου 2006
φωτογραφία: Μάνος Νικητίδης


Η Iris albicans (υπόλευκη) είναι είδος που καλλιεργείται. Αυτοφύεται κοντά σε οικισμούς, σε χωράφια ή χαντάκια δρόμως ως δραπέτης από κήπους.
Εϊναι παρόμοια με τη Iris germanica (Ίρις η γερμανική) αλλά λίγο μικρότερη.
Για την Ίριδα την υπόλευκη (Iris albicans) υπήρχε παλιότερα η άποψη (Randolph 1955) ότι ήταν υβρίδιο του συμπλέγματος Iris germanica. Σήμερα θεωρείται ιθαγενές είδος της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας. Στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως δραπέτης παλαιάς διακοσμητικής καλλιέργειας, καλά εγκλιματισμένο πριν από πολλά χρόνια.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007

Capparis sicula

Τουρκοβούνια 25/05/ 2007 Περισσός

Η Capparis sicula (Veill. 1801) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Μικρός πολυετής πολύκλαδος θάμνος. 
Βλαστοί πολλοί, πλεγμένοι μεταξύ τους, και φύλλα δερματώδη, ωοειδή, σχεδόν στρογγυλά, λεία, έμμισχα. 
Άνθη μεγάλα σε μικρό ποδίσκο, λευκά ή ρόδινα, με 4 σέπαλα, ρόδινα ή πράσινα και 4 λευκά πέταλα, μεγαλύτερα. Στήμονες ρόδινοι, χαρακτηριστικά πολλοί, μακρύτεροι από τα πέταλα που δίνουν μια ιδιαίτερη εικόνα στο άνθος. Τα μικρά μπουμπούκια της κάππαρης, συλλέγονται και διατηρούνται στην άλμη, για να χρησιμοποιηθούν σαν συνοδευτικό στις σαλάτες.
Άνθιση από τον Απρίλιο και μετά.
Ετυμολογία:
Capparis < κάππαρις (Θεόφραστος).
sicula < Sicilia Σικελία.

Λόφος του Στρέφη (Εξάρχεια)