ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τατόι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τατόι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Viola odorata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Viola odorata L. 1753, είναι ευρωασιατικό φυτό, με πλατιά εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγροί, σκιεροί οικότοποι σε δάση, θαμνώνες και χαράδρες, σε υψόμετρα 200-1300 (-2000) μ.
Αυτή η μικρή εύοσμη βιόλα έχει παράρριζα φύλλα, πλατιά, καρδιοειδή, νεφροειδή, μακρόμισχα.
Έχει άνθη βαθιά ιώδη και σέπαλα ωοειδή.
Απαντάται σε δροσερές τοποθεσίες, ενώ καλλιεργείται πλατιά και σαν διακοσμητικό.
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Viola > viola (latin.) δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα. Ελληνικά: ίον (< ιώδες χρώμα, κλπ).
odorαtus, a, um > odóro αρωματίζω, με ευχάριστη μυρωδιά = αρωματική, εύοσμη.


Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Cistus creticus

Πάρνηθα 04/09/2008 Τατόι
καρποί του φυτού 

Ο Κίστος ο κρητικός (Cistus creticus L. 1762 subsp. creticus) είναι μεσογειακό φυτό, με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Θεσσαλίας και ΒΔ Ελλάδας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα «κίσθος», γράφοντας ότι από ένα είδος του παράγεται το λάδανο (λάβδανο).
Από τον κρητικό Κίστο κατ' εξοχήν συλλέγεται το λάδανο. Γράφει σχετικά ο Διοσκουρίδης:
 

«γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον· τὰ φύλλα γὰρ αὐτοῦ νεμόμεναι αἱ αἶγες καὶ οἱ τράγοι τὴν λιπαρίαν ἀναλαμβάνουσι τῷ πώγωνι γνωρίμως καὶ τοῖς μηροῖς προσπλαττομένην διὰ τὸ τυγχάνειν ἰξώδη, ἣν ἀφαιροῦντες ὑλίζουσι καὶ ἀποτίθενται ἀναπλάσσοντες μαγίδας.»

Είναι θάμνος πολύκλαδος με κοντές, λευκές, κολλώδεις τρίχες και φύλλα έμμισχα, αντίθετα, αδενώδη, κυματιστά στα περιθώρια.
Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, θαμνώνες, φρύγανα.
Άνθη μέχρι 6εκ. με σέπαλα κοντά και πέταλα ρόδινα με ιδιαίτερη μορφή, αφού μοιάζουν σαν τσαλακωμένα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρατι στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος.
creticus > Κρήτη.


Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Smilax aspera

Τατόι 09/10/2009

Η Σμίλαξ η τραχεία (Smilax aspera L. 1753), είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: Συστατικό φυτό της μακκίας βλάστησης, σε υψόμετρα 0-600 (-900) μ.
Κοινή ανομασία: αρκουδόβατος.
Αναρριχητικό γεώφυτο, κοινό σε φράχτες και θαμνώνες.
Βλαστός αγκαθωτός, τετραγωνικός, που μπορεί να αποκτήσει μεγάλο μήκος.
Φύλλα βελοειδή-καρδιοειδή, λεία, δερματώδη με δύο έλικες στην βάση του μίσχου.
Άνθη εύοσμα, ανοιχτόχρωμα σε αποχρώσεις ρόδινου, κίτρινου και πρασινου σε κρεμαστές ταξιανθίες.
Φυτό δίοικο, με τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη να βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά.
Οι καρποί είναι ράγες κόκκινες σε τσαμπιά.
Ανθίζει Σεπτέμβριο - Νοέμβριο.

Ετυμολογία:
Smilax > σμίλαξ (Διοσκουρίδης, κ.ά.).
asper, era, erum  = τραχύς, ακατέργαστος ==> αναφορά στα φύλλα.

*** σμῖλαξ τραχεῖα· οἱ δὲ ἡπατῖτις, οἱ δὲ καλυκάνθεμον, οἱ δὲ κυνόσβατον, οἱ δὲ ἀνίκητον, οἱ δὲ ἡλιόφυτον, οἱ δὲ ἀνατολικόν, οἱ δὲ δυτικόν, οἱ δὲ ἑλξίνη, οἱ δὲ κλύμενον
***σμῖλαξ λεία.

Διοσκουρίδης


Τατόι 09/10/2009



Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Ficaria verna subsp. ficariiformis

Βαρυμπόμπη 27/02/2009

Η Ficaria verna subsp. ficariiformis (Rouy & Foucaud) Maire 2008, είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός της Νότιας Πίνδου.
Συνώνυμο: Ranunculus ficaria subsp. ficariiformis Rouy & Foucaud 1893
Πολυετές, ποικιλόμορφο φυτό.
Φύλλα καρδιόσχημα με δερματώδη υφή και μακρύ μίσχο.
Βιότοπος: εποχιακά λιμνία ± σκιασμένα, υγρά λιβάδια, φυλλοβόλα δάση.
Άνθη μονήρη, κίτρινα με 8-12 πέταλα στενά και γυαλιστερά.
Ανθίζει από Ιανουάριο έως Μάιο.

Ετυμολογία:
Ficaria > ficus σύκο ,συκιά > ficaria συκεώνας - νησί Φικαρία νοτίως της Σαρδηνίας ==> από το ριζικό σύστημα που αποτελείται από φυμάτια που θυμίζουν σύκα.
vernus, a, um > ver, véris άνοιξη, έαρ = εαρινή.
ficariiformis > Ficaria ==> ενισχυτικό του γένους Ficaria όταν χρησιμοποιείται ως επίθετο.


Τατόι (Δεκέλεια) 28/02/2008


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Bupleurum fruticosum

Τατόι 04/09/2008

Το Βούπλευρο το θαμνώδες (Bupleurum fruticosum L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε Θράκη, Μακεδονία, Ιόνιο, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Πελοπόννησο.
Φύεται σε θαμνώνες και πετρότοπους, σε υψόμετρα μέχρι 900 μέτρα.
Ανθίζει από Μάρτιο μέχρι Σεπτέμβριο.

Ετυμολογία:
Bupleurum > > βούπλευρος (η), φυτό που αναφέρει ο Νίκανδρος στα «Θηριακά» ως φαρμακευτικό > βους + πλευρά. Επειδή οι πλευρές των φύλλων είναι έντονες, όπως τα πλευρά των βοδιών.
fruticosum > frutex (λατιν.) θάμνος = Θαμνώδες, πολύβλαστο.





Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Quercus ilex αριά

Δεκέλεια (Τατόι) 09/10/2009

Η Quercus ilex, L. 1753, κοινή ονομασία «Αριά», είναι μεσογειακό είδος δρυός, με διάσπαρτη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα. Αμιγή δάση αριάς υπάρχουν στο Άγιον Όρος.
Η αριά είναι όμορφο αειθαλές δέντρο που μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα σε ύψος.
Τα φύλλα της έχουν μήκος μέχρι 7 εκ. και είναι δερματώδη  με μικρό μίσχο, ελλειπτικά-λογχοειδή, με μκρή ή καθόλου οδόντωση στα χείλη, που την διαφοροποιούν από τα άλλα συγγενή είδη. 

Το κύπελλο είναι μικρό, ημισφαιρικό και καλύπτει τον καρπό (βελανίδι) μέχρι την μεση.

Ετυμολογία:
Quercus > το λατινικό όνομα της δρυός.
ilex > το λατινικό όνομα για το πουρνάρι (πρίνος) > υλήεις (άγριο δάσος, δασώδης), κατά ορισμένους συγγραφείς.

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Euphorbia characias

Τατόι 27/01/2011
Η Ευφορβία η χαρακίας (Euphorbia characias L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε Κρήτη, Κυκλάδες, Στερεά Ελλάδα, Δυτική Μακεδονία, Δυτικό και Βόρειο Αιγαίο.
Φυτό με πολλούς όρθιους βλαστούς, απογυμνωμένους στην βάση. Φύλλα πολλά, γλαυκά, λογχοειδή, επιμήκη.
Σκιάδια πυκνά και κυάθια (κύπελλα) ημισφαιρικά με σκουροκόκκινους αδένες.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Euphorbia > ευ (καλώς) + φέρβω (τρέφω, βοσκω) και φορβή (τροφή, βοσκή) [2] Σύμφωνα με τον Πλίνιο, από το γιατρό Εϋφορβο που ανακάλυψε τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού. [3] Σύμφωνα με τον Treccani από το λατινικό euphorbium, που προέρχεται από το ελληνικό «ευφόρβιον».
characias > χαρακίας (ο), φυτό που αναφέρει ο Διοκουρίδης (τιθυμάλλου είδη επτά, ων ο μεν άρρην χαρακίας καλείται). 


Το όνομα «χαρακιάς» είναι αρχαίο κι αναφέρεται από τον Θεόφραστο. Αποδίδει τους βιότοπους που προτιμά το φυτό και που συνήθως είναι οι βράχοι με σχισμές (χαρακιές). Χαράκια λένε στην Κρήτη και σήμερα τους μικρούς βράχους.


Υμηττός 20/04/2011

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Limodorum abortivum

Πάρνηθα 01/06/2010

Το Λειμώδωρο το εκτρωτικό [Limodorum abortivum (L.) Swartz 1799] είναι ευρωπαϊκή ορχιδέα με παρουσία και στην βορειοδυτική Αφρική. Εξαπλώνεται σε όλη την Ελλάδα. Περιγράφτηκε το 1753 από την Γαλλία.
Ρωμαλέο, υψηλό φυτό, χωρίς χλωροφύλλη (μυκοετερότροφο).
Βλαστός γκρι μοβ, με υποτυπώδη φυλλάρια.
Βιότοπος: λιβάδια, θαμνώνες, διάκενα δασών μέχρι 2.300 μέτρα.
Άνθη: μοβ-μπλε με λευκό κέντρο, καρδιόσχημα.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός, Γεράνεια, Πατέρας...

Συνώνυμο: Orchis abortiva L. 1753

Ετυμολογία: 

Limodorum > λειμών λειμών-ος + δώρο = Λειμώδωρο, επειδή θεωρείται δώρο των λειμώνων (λιβαδιών, βοσκότοπων).
abortivum  > abortus -a, -um έκτρωση, άμβλωση = εκτρωτικό
.

Πάρνηθα 01/06/2010



Πάρνηθα 08/06/2009

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Viola odorata

Τατόι 28/02/2010

Η Viola odorata L. 1753, είναι ευρωασιατικό φυτό, με πλατιά εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγροί, σκιεροί οικότοποι σε δάση, θαμνώνες και χαράδρες, σε υψόμετρα 200-1300 (-2000) μ.
Αυτή η μικρή εύοσμη βιόλα έχει παράρριζα φύλλα, πλατιά, καρδιοειδή, νεφροειδή, μακρόμισχα.
Έχει άνθη βαθιά ιώδη και σέπαλα ωοειδή.
Απαντάται σε δροσερές τοποθεσίες, ενώ καλλιεργείται πλατιά και σαν διακοσμητικό.
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Viola > viola (latin.) δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα. Ελληνικά: ίον (< ιώδες χρώμα, κλπ).
odorαtus, a, um > odóro αρωματίζω, με ευχάριστη μυρωδιά = αρωματική, εύοσμη.


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Vinca major

Τατόι 14/04/2008

Η Βίνκα η μέγιστη (Vinca major L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, σε υγρές, σκιερές θέσεις.
Πολυετές φυτό, αναρριχητικό ή έρπον με φύλλα μεγάλα, λεία λογχοειδή, συχνά καρδιοειδή στη βάση με κοντό μίσχο. Άνθη μπλέ-ιώδη, μονήρη, με διάμετρο 4-5 εκ., πενταμερή, με σωλήνα τριχωτό εσωτερικά και μακρύ ποδίσκο. Σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες. Καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Ο Θεόφραστος την ονομάζει «χαμαιδάφνη», αφού είναι συγγενής της πικροδάφνης αλλά αναπτύσσεται χάμω στο έδαφος.
Η χρήση του φυτού ως φαρμακευτικό βότανο ανάγεται στην αρχαιότητα. Ο Διοσκουρίδης την αναφέρει ως «κληματίδα, φιλαιτέριον, δαφνοειδές, μυρσινοειδές ή πολυγονοειδές» και απέδιδε στα φύλλα και τα κοτσάνια της πολλές θεραπευτικές ιδιότητες για την αντιμετώπιση του πονόδοντου, της δυσεντερίας και της διάρροιας.
Περιέχει αλκαλοειδή, καροτίνη, βιταμίνη C, σαπωνοειδείς ουσίες, τανίνες και γαλακτικό οξύ. Από τα αλκαλοειδή, η βινκαμίνη χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως αγγειοδιασταλτικό και ως διεγερτικό του εγκεφάλου και η ρεσερπίνη για να κατεβάζει την αρτηριακή πίεση.

Ετυμολογία:
Vinca > αβέβαιας ετυμολογίας - πιθανώς από το pervinca > pervínco νικώ (τις ασθένειες εννοείται) ή vínco νικώ.
major, -us > ορθογραφικά λανθασμένη (αλλά ισχύουσα) μορφή του magnus = μείζων, μέγιστη.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Cirsium creticum

Δεκέλεια - Τατόι 12/10/2008 Πάρνηθα

Το Cirsium creticum (Lam.) d’Urv. 1822] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγρές θέσεις σε πηγές, λίμνες, έλη, λιβάδια σε υψόμετρα 0-1200 (-1800) μ.
Πολυετές, λεπτό, όρθιο φυτό ύψους 1-1,5 μ. Βλαστός με καλά αναπτυγμένα ακανθώδη φύλλα. 
Άνθιση: τέλη Απριλίου - Οκτώβριος.

Ετυμολογία:
Cirsium < κίρσιον και κιρσός (διευρυμένη φλέβα) ==> επειδή υποτίθεται ότι είδη του γένους θεράπευαν την πάθηση των κιρσών.
creticum < Creta Κρήτη.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Rubus sanctus βάτος ο ιερός - βατομουριά

Πάρνηθα 12_10_2008 Τατόι

Ο Rubus sanctus Schreb. 1766, είναι  φυτό της  Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με ευρεία εξάπλωση σς όλη την Ελλάδα.
Κοινό όνομα = βατομουριά.
Βιότοπος: παρυφές δρόμων, ρεματιές, άκρες αγρών, σε υψόμετρα 0-900 (-1300) μ.
Πολυετής αναρριχητικός και διακλαδισμένος θάμνος με μακρείς, λεπτούς βλαστούς, πολύ αγκαθωτούς.
Φύλλα σύνθετα με 3-5 φυλλάρια ωοειδή, οδοντωτά, πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω επιφάνεια.
Άνθη περίπου 2εκ. σε διάμετρο με μακρείς αγκαθωτούς ποδίσκους και αραιή ταξιανθία.
Πέταλα 5, λευκά ή ρόδινα και στήμονες πολλοί.
Οι καρποί του, τα βατόμουρα, είναι βρώσιμοι.
Υποτίθεται ότι πρόκειται για την καιόμενη βάτο της Παλαιάς Διαθήκης, εξού και το όνομα sanctus.
Ανθίζει Μάιο - Ιούλιο και περιστασιακά μέχρι το φθινόπωρο.

Ετυμολογία:
Rubus > rúbeo, κοκκινίζω ==> αναφορά στο χρώμα των ανώριμων καρπών (βατόμουρων).
sanctus, a, um = ιερός.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Arbutus unedo / Κουμαριά

Άνθη κουμαριάς
Τατόι (Πάρνηθα), 27/11/2007

Η κουμαριά (Arbutus unedo L. 17530 είναι μεσογειακό φυτό που φθάνει μέχρι την Ιρλανδία και την Ουκρανία.
Είναι τυπικό είδος της μεσογειακής μακκίας βλάστησης, συχνά σε μεγάλους πληθυσμούς. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε όλες τις χλωριδικές περιοχές της χώρας.
Όμορφος θάμνος ή δέντρο με φύλλα ανοιχτοπράσνα, λογχοειδή, ελαφρά οδοντωτά.
Άνθη λευκά ή ρόδινα, κωδωνοειδή σε πυκνές κατανεύουσες ταξιανθίες που παρουσιάζονται το φθινόπωρο ή καμιά φορά και την άνοιξη, κι έτσι δεν είναι σπάνια η ταυτόχρονη παρουσία καρπών και ανθέων.
Οι καρποί, τα κούμαρα, από την αρχαία ελληνική λέξη «κόμαρος», είναι κόκκινοι, σφαιρικοί, με διάμετρο 2 εκ. πολύ γευστικοί και όπως λέει ο Διοσκουρίδης δύσπεπτοι.

«κόμαρος δένδρον ἐστὶ παρόμοιον κυδωνίᾳ, λεπτόφλοιον, καρπὸν ἔχον ὡς κοκκυμήλου μέγεθος, ἀπύρηνον, μεμαίκυλα καλούμενον, πεπανθέντα δὲ ὑπόκιρρον, ἐσθιόμενον ἀχυρώδη, κακοστόμαχον καὶ κεφαλαλγῆ».( Διοσκουρίδης)

Ετυμολογία:
Arbutus > αρχαίο λατινικό όνομα της κουμαριάς που αναφέρεται από τον Βιργίλιο
unedo > unum ένα + edo τρώω - αναφέρεται στο ότι πρέπει να μην φάει κάποιος πολλά κούμαρα. Όνομα για την κουμαριά που αναφέρει ο Πλίνιος.

Τα κούμαρα είναι κατάλληλα για νόστιμες μαρμελάδες. Από κούμαρα παρασκευάζουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ένα αρωματικό και μάλλον δυνατό ρακί.
Το κουμαρίσιο το ρακί
καθένας το γυρεύει
γιατί είναι βάλσαμο σωστό
και τις πληγές γιατρεύει
Λαϊκό τετράστιχο που τραγουδάνε στα Βράσταμα της Χαλκιδικής όταν αποστάζουν ρακί από κούμαρα

«Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της, κ᾿ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ ὀρφανά. Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους, ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε, ἑμάζωνε ἐλιές, ἐξενοδούλευε. Ἑμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί».
Από το διήγημα «Η σταχομαζώχτρα», του Αλέξανδρου  Παπαδιαμάντη.

Καρποί κουμαριάς σε διάφορα στάδια ωρίμανσης
Τατόι, 27/11/2007

Καρποί κουμαριάς σε διάφορα στάδια ωρίμανσης
Υμηττός, 03/11/2007


Ώριμα κούμαρα πεσμένα στα χόρτα
Τατόι, 27/11/2007
.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Arbutus andrachne / Αγριοκουμαριά

Πάρνηθα - Κτήμα Τατοίου
27/11/2007

Η Arbutus andrachne L. 1762, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: μακία βλάστηση της οποίας είναι βασικό είδος, σε υψόμετρα 0-800 (-1200) μ.
Κοινή ονομασία: αγριοκουμαριά.
Η άγρια κουμαριά έχει φύλλα σκουροπράσινα, λογχοειδή, ελαφρώς οδοντωτά, μεμβρανώδη.
Ο κορμός της αποβάλει σε λωρίδες τον λεπτό φλοιό του, αποκαλύπτοντας μια εντυπωσιακή μεταξένια επιφάνεια.
Άνθη μικρά υπόλευκα σε κοντές ταξιανθίες. Ο καρποί της είναι μικρότεροι από αυτούς της κουμαριάς και δεν τρώγονται.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Arbutus > αρχαίο λατινικό όνομα της κουμαριάς που αναφέρεται από τον Βιργίλιο.
andrachne > ανήρ ανδρός + άχνη (λεπτό άχυρο, χνούδι) ==> μάλλον αναφορά στον χνουδωτό μεταξένιο κορμό της όταν απολεπιστεί.