ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαρμακευτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαρμακευτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 5 Μαΐου 2012
Πέμπτη 3 Μαΐου 2012
Fumaria officinalis
Πεντέλη 10/04/2011
Η Fumaria officinalis L. 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινή ονομασία: καπνόχορτο.
Βιότοπος: καλλιεργημένοι και ακαλλιέργητοι αγροί, ελαιώνες, πετρώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-800 (-1200) μ.
Φυτό διακλαδισμένο.
Φύλλα πολυσχιδή με στενούς λοβούς.
Άνθη λευκορόδινα με σκούρα χείλη και το πάνω πέταλο να καταλήγει σε μακρύ πλήκτρο
Σέπαλα λογχοειδή πιο στενά από τον σωλήνα.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.
Ετυμολογία:
Fumaria > fúmus καπνός ==> από την οσμή καπνού που αναδίδουν τα φύλλα.
officinalis > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Matricaria chamomilla χαμομήλι
Χαμομήλι ονομάζουμε μια μικρή μαργαρίτα που ανθίζει χάμω στα έδαφος και έχει άρωμα που μοιάζει με το μήλο. Η ονομασία είναι αρχαία (χαμαί+μήλο) και την ερμηνεία την έχει δώσει ο Γαληνός ήδη από την όψιμη αρχαιότητα. Ο Θεόφραστος ονομάζει το χαμομήλι «Άνθεμον το αφυλλανθές», κατ’ αντίθεση με το «Άνθεμον το φυλλώδες» που είναι οι μαργαρίτες με ψηλούς βλαστούς. Πράγματι, η ανθοφορία του χαμομηλιού είναι τόσο πυκνή ώστε δεν φαίνονται τα φύλλα του και δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει φύλλα και είναι «αφυλλανθές».
Το χαμομήλι είναι δημοφιλές και βασικό θεραπευτικό βότανο από τα προϊστορικά χρόνια. Ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και οι άλλοι αρχαίοι γιατροί το χρησιμοποιούσαν ως άριστο αντισηπτικό και καταπραϋντικό φάρμακο για ένα πλήθος παθήσεων. Το χαμομήλι περιέχει αιθέριο έλαιο, φλαβονοειδή, κουμαρίνες και χολίνη. Το εκχύλισμα του χαμομηλιού και σήμερα έχει σημαντική χρήση για κομπρέσες στα μάτια και πλύσεις του στόματος και των αυτιών. Είναι χαλαρωτικό και ηρεμιστικό. Φαρμακευτικά είναι τα άνθη του χαμομηλιού που έχουν ιδιότητες αντιφλογιστικές, χωνευτικές, σπασμολυτικές, επουλωτικές, αντιφυσητικές, αντιαλλεργικές, λιποδιαλυτικές, καταπραϋντικές, αντιφλεγμονώδεις. Είναι ομοιοπαθητικό φάρμακο. Το χαμομήλι φύεται άφθονο στην Ευρώπη.
Επίσημο βοτανικό όνομα: Matricaria recutita L.1753.
Συνώνυμα: Matricaria chamomilla L. 1753 & Chamomilla recutita (L.) Rauschert 1974
Ετυμολογία:
Matricaria > matrix -icis μήτρα, επειδή θεωρείται εμμηναγωγό > ή από mater μητέρα
recutita > re (επαναληπτικό) + quatio κινώ, κουνώ = ανακινούμενο
chamomilla > χαμαί + μήλον (επειδή έχει άρωμα που μοιάζει με μήλο) = χαμομήλι.
Το χαμομήλι είναι δημοφιλές και βασικό θεραπευτικό βότανο από τα προϊστορικά χρόνια. Ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και οι άλλοι αρχαίοι γιατροί το χρησιμοποιούσαν ως άριστο αντισηπτικό και καταπραϋντικό φάρμακο για ένα πλήθος παθήσεων. Το χαμομήλι περιέχει αιθέριο έλαιο, φλαβονοειδή, κουμαρίνες και χολίνη. Το εκχύλισμα του χαμομηλιού και σήμερα έχει σημαντική χρήση για κομπρέσες στα μάτια και πλύσεις του στόματος και των αυτιών. Είναι χαλαρωτικό και ηρεμιστικό. Φαρμακευτικά είναι τα άνθη του χαμομηλιού που έχουν ιδιότητες αντιφλογιστικές, χωνευτικές, σπασμολυτικές, επουλωτικές, αντιφυσητικές, αντιαλλεργικές, λιποδιαλυτικές, καταπραϋντικές, αντιφλεγμονώδεις. Είναι ομοιοπαθητικό φάρμακο. Το χαμομήλι φύεται άφθονο στην Ευρώπη.
Επίσημο βοτανικό όνομα: Matricaria recutita L.1753.
Συνώνυμα: Matricaria chamomilla L. 1753 & Chamomilla recutita (L.) Rauschert 1974
Ετυμολογία:
Matricaria > matrix -icis μήτρα, επειδή θεωρείται εμμηναγωγό > ή από mater μητέρα
recutita > re (επαναληπτικό) + quatio κινώ, κουνώ = ανακινούμενο
chamomilla > χαμαί + μήλον (επειδή έχει άρωμα που μοιάζει με μήλο) = χαμομήλι.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010
Globularia alypum
Υμηττός 21/02/201
Η Globularia alypum L. 1753 είναι μεοσγειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα εκτός Κυκλάδων και ΒΔ χώρας.
Βιότοπος: χέρσες πετρώδεις τοποθεσίες, φρύγανα και θαμνότοπους, σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Αειθαλής, πυκνά πολύκλαδος θάμνος,
Φυτό αρωματικό με καθαρτικές ιδιότητες
Φύλλα αντιλογχοειδή, ακέραια ή με λίγους αβαθείς λοβούς, κατεσπαρμένα σε όλο το μήκος του βλαστού.
Ανθοφόρα κεφάλια, ημισφαιρικά, με διάμετρο μέχρι 3εκ. και ανθίδια οδοντωτά, κυανοϊώδη.
Ανθίζει από τον Ιανουάριο.
Ετυμολογία:
Globularia > globus σφαίρα > globulus σφαιρίδιο / το σχήμα της Γης ==> αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της ταξιανθίας.
alypum > α στερητικό + λύπη (πόνος σωματικός & πόνος ψυχικός, θλίψη) ==> απομακρύνει τον πόνο.
Βιότοπος: χέρσες πετρώδεις τοποθεσίες, φρύγανα και θαμνότοπους, σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Αειθαλής, πυκνά πολύκλαδος θάμνος,
Φυτό αρωματικό με καθαρτικές ιδιότητες
Φύλλα αντιλογχοειδή, ακέραια ή με λίγους αβαθείς λοβούς, κατεσπαρμένα σε όλο το μήκος του βλαστού.
Ανθοφόρα κεφάλια, ημισφαιρικά, με διάμετρο μέχρι 3εκ. και ανθίδια οδοντωτά, κυανοϊώδη.
Ανθίζει από τον Ιανουάριο.
Ετυμολογία:
Globularia > globus σφαίρα > globulus σφαιρίδιο / το σχήμα της Γης ==> αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της ταξιανθίας.
alypum > α στερητικό + λύπη (πόνος σωματικός & πόνος ψυχικός, θλίψη) ==> απομακρύνει τον πόνο.
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009
Rosmarinus officinalis δεντρολίβανο
Το δενδρολίβανο (Rosmarinus officinalis L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: μακία βλάστηση, δρόμοι, κωνοφόρα δάση, σε υψόμετρα 0-600 μ. Απαντάται συνήθως καλλιεργημένο ή σε οικισμούς και αναδασώσεις. Αυτοφυείς πληθυσμοί υπάρχουν διάσπαρτοι σε παράκτιες περιοχές.
Μεγάλο, πολύκλαδο φρύγανο ή θάμνος με φύλλα γραμμοειδή, ακιδωτά. Άνθη μασχαλιαία, λευκά ή κυανά, με κυανοϊώδη στίγματα και χαρακτηριστικά μεγάλους στήμονες.
Το δενδρολίβανο είναι τυπικό φυτό της ελληνικής και μεσογειακής χλωρίδας. Είναι αειθαλής θάμνος, που απαντά αυτοφυής σε όλες τις προσηλιακές θέσεις και ιδιαίτερα σε παραθαλάσσιες περιοχές, με άγονο ή πετρώδες έδαφος. Καλλιεργείται πολύ εύκολα αλλά τα άγρια φυτά έχουν σαφώς πιο έντονο άρωμα. Είναι φυτό φαρμακευτικό, αρωματικό και αρτυματικό, γι’ αυτό και έχει εξέχουσα θέση στην ελληνική κουζίνα. Σ’ αυτό αναφέρεται η τέταρτη «Λιβανωτίς» του Διοσκουρίδη, ο οποίος αναφέρει ότι οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν «ροσμαρίνουμ». Όμως ήδη από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια στην Ελλάδα λεγόταν «δενδρολίβανο», όπως φαίνεται από το σύγγραμμα «Γεωπονικά».
Τα φύλλα του περιέχουν αλκαλοειδή (ροσμαρισίνη), φλαβονοειδή (διοσμίνη) τανίνες και ρητίνες. Το αιθέριο έλαιο περιέχει βορνεόλη, λιναλόλη, κανφένιο, κινεόλη και καμφορά. Δρα ως αντισηπτικό, αντισπασμωδικό, αρωματικό, χολαγωγό, εφιδρωτικό, εμμηνοπαυσιακό, δυναμωτικό, οφθαλμικό, τονωτικό, στομαχικό. Είναι αναλγητικό, αντιρρευματικό και διεγερτικό του κυκλοφοριακού συστήματος.
Συλλέγονται τα φύλλα και τα λεπτά κλαδιά το καλοκαίρι.
Στην ελληνική κουζίνα χρησιμοποιείται ως άρτυμα σε κρέατα, πουλερικά, ψάρια, σαλιγκάρια, θαλασσινά και σάλτσες, με πιο γνωστή την παραδοσιακή σάλτσα σαβόρι.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Rosmarinus > ros δροσιά (και ευρύτερα βάλσαμο, άρωμα)+ marinus θαλάσσιος (για τον κύριο βιότοπό του).
officinalis > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.
Βιότοπος: μακία βλάστηση, δρόμοι, κωνοφόρα δάση, σε υψόμετρα 0-600 μ. Απαντάται συνήθως καλλιεργημένο ή σε οικισμούς και αναδασώσεις. Αυτοφυείς πληθυσμοί υπάρχουν διάσπαρτοι σε παράκτιες περιοχές.
Μεγάλο, πολύκλαδο φρύγανο ή θάμνος με φύλλα γραμμοειδή, ακιδωτά. Άνθη μασχαλιαία, λευκά ή κυανά, με κυανοϊώδη στίγματα και χαρακτηριστικά μεγάλους στήμονες.
Το δενδρολίβανο είναι τυπικό φυτό της ελληνικής και μεσογειακής χλωρίδας. Είναι αειθαλής θάμνος, που απαντά αυτοφυής σε όλες τις προσηλιακές θέσεις και ιδιαίτερα σε παραθαλάσσιες περιοχές, με άγονο ή πετρώδες έδαφος. Καλλιεργείται πολύ εύκολα αλλά τα άγρια φυτά έχουν σαφώς πιο έντονο άρωμα. Είναι φυτό φαρμακευτικό, αρωματικό και αρτυματικό, γι’ αυτό και έχει εξέχουσα θέση στην ελληνική κουζίνα. Σ’ αυτό αναφέρεται η τέταρτη «Λιβανωτίς» του Διοσκουρίδη, ο οποίος αναφέρει ότι οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν «ροσμαρίνουμ». Όμως ήδη από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια στην Ελλάδα λεγόταν «δενδρολίβανο», όπως φαίνεται από το σύγγραμμα «Γεωπονικά».
Τα φύλλα του περιέχουν αλκαλοειδή (ροσμαρισίνη), φλαβονοειδή (διοσμίνη) τανίνες και ρητίνες. Το αιθέριο έλαιο περιέχει βορνεόλη, λιναλόλη, κανφένιο, κινεόλη και καμφορά. Δρα ως αντισηπτικό, αντισπασμωδικό, αρωματικό, χολαγωγό, εφιδρωτικό, εμμηνοπαυσιακό, δυναμωτικό, οφθαλμικό, τονωτικό, στομαχικό. Είναι αναλγητικό, αντιρρευματικό και διεγερτικό του κυκλοφοριακού συστήματος.
Συλλέγονται τα φύλλα και τα λεπτά κλαδιά το καλοκαίρι.
Στην ελληνική κουζίνα χρησιμοποιείται ως άρτυμα σε κρέατα, πουλερικά, ψάρια, σαλιγκάρια, θαλασσινά και σάλτσες, με πιο γνωστή την παραδοσιακή σάλτσα σαβόρι.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Rosmarinus > ros δροσιά (και ευρύτερα βάλσαμο, άρωμα)+ marinus θαλάσσιος (για τον κύριο βιότοπό του).
officinalis > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009
Sideritis raeseri subsp. attica / Τσάι της Πάρνηθας

Πάρνηθα 14/08/2009 Parnis
H Σιδηρίτις της Αττικής
(Sideritis raeseri Boiss. & Heldr. 1859 subsp. attica Papanic. &
Kokkini 1982) είναι ενδημικό αρωματικό φυτό της Αττικής, απ’ όπου και
περιγράφτηκε (Πάρνηθα 1859).
Πολυετής πόα με λευκόφαιο και πυκνά εριώδες τρίχωμα.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, βράχοι σε υψόμετρα 1000 - 1400 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, κίτρινα - υποκίτρινα.
Άνθιση: Ιούνιος - Αύγουστος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πατέρας, Κιθαιρώνας.
*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «τρωτό» (VU).
Ετυμολογία:
Sideritis > sideritis (Πλίνιος) > σιδηρίτις (Διοσκουρίδης) = η Σιδερίτις
raeseri>
attica = αττική.
Πολυετής πόα με λευκόφαιο και πυκνά εριώδες τρίχωμα.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, βράχοι σε υψόμετρα 1000 - 1400 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, κίτρινα - υποκίτρινα.
Άνθιση: Ιούνιος - Αύγουστος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πατέρας, Κιθαιρώνας.
*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «τρωτό» (VU).
Ετυμολογία:
Sideritis > sideritis (Πλίνιος) > σιδηρίτις (Διοσκουρίδης) = η Σιδερίτις
raeseri>
attica = αττική.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008
Globularia alypum - στουρέκι
Η Globularia alypum L. 1753 είναι μεοσγειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα εκτός Κυκλάδων και ΒΔ χώρας.
Βιότοπος: χέρσες πετρώδεις τοποθεσίες, φρύγανα και θαμνότοπους, σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Αειθαλής, πυκνά πολύκλαδος θάμνος,
Φυτό αρωματικό με καθαρτικές ιδιότητες
Φύλλα αντιλογχοειδή, ακέραια ή με λίγους αβαθείς λοβούς, κατεσπαρμένα σε όλο το μήκος του βλαστού.
Ανθοφόρα κεφάλια, ημισφαιρικά, με διάμετρο μέχρι 3εκ. και ανθίδια οδοντωτά, κυανοϊώδη.
Ανθίζει από τον Ιανουάριο.
Ετυμολογία:
Globularia > globus σφαίρα > globulus σφαιρίδιο / το σχήμα της Γης ==> αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της ταξιανθίας.
alypum > α στερητικό + λύπη (πόνος σωματικός & πόνος ψυχικός, θλίψη) ==> απομακρύνει τον πόνου.
Βιότοπος: χέρσες πετρώδεις τοποθεσίες, φρύγανα και θαμνότοπους, σε υψόμετρα 0-400 (-900) μ.
Αειθαλής, πυκνά πολύκλαδος θάμνος,
Φυτό αρωματικό με καθαρτικές ιδιότητες
Φύλλα αντιλογχοειδή, ακέραια ή με λίγους αβαθείς λοβούς, κατεσπαρμένα σε όλο το μήκος του βλαστού.
Ανθοφόρα κεφάλια, ημισφαιρικά, με διάμετρο μέχρι 3εκ. και ανθίδια οδοντωτά, κυανοϊώδη.
Ανθίζει από τον Ιανουάριο.
Ετυμολογία:
Globularia > globus σφαίρα > globulus σφαιρίδιο / το σχήμα της Γης ==> αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της ταξιανθίας.
alypum > α στερητικό + λύπη (πόνος σωματικός & πόνος ψυχικός, θλίψη) ==> απομακρύνει τον πόνου.
Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008
Tussilago farfara - Βήχιο
Το Βήχιο (Tussilago farfara, L. 1753) είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές φυτό με χοντρό ρίζωμα, από το οποίο ξεπετάγονται ανθικοί βλαστοί τριχωτοί, λεπιοειδείς, με ένα μόνο κεφάλι που έχει κίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια, αρσενικά στο κέντρο και θηλυκά στις άκρες,
Τα φύλλα παρουσιάζονται μετά την άνθιση, είναι χνουδωτά από κάτω και μοιάζουν με τα φύλλα του κισσού.
Το βήχιο είναι γνωστό φαρμακευτικό φυτό από την αρχαιότητα, με ισχυρές αντιβηχικές ιδιότητες. Και σήμερα χρησιμοποιείται από φαρμακευτικές εταιρίες σε αντιβηχικά σκευάσματα και σε φίλτρα για καπνιστές. Για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται τα άνθη και τα φύλλα σε αποξηραμένη μορφή.
Το αρχαίο του όνομα ήταν χαμαιλεύκη αλλά επικράτησε το όνομα «βήχιο» που του έδωσε ο Διοσκουρίδης, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως αποτελεσματικό φάρμακο για τις αναπνευστικές παθήσεις.
Η λαϊκή ιατρική αντιμετωπίζει τον βήχα και την βρογχίτιδα παρασκευάζοντας ρόφημα με το βήχιο, που πίνεται τακτικά μέχρι να ατονήσουν τα συμπτώματα. Για δερματικές παθήσεις (καλόγερους, αποστήματα, κ.α.) χρησιμοποιούνται καταπλάσματα.
Βιότοπος: υγρά, αργιλικά και λασπώδη αλλά ηλιόλουστα εδάφη, σε υψόμετρα 0-1400 (-1900) μ..
Τα άνθη συλλέγονται αργά τον χειμώνα και τα φύλλα την άνοιξη, όταν εμφανιστούν.
Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τις αρχές Μαΐου.
Ετυμολογία:
Tussilago > tússis βήχα + λαγγάζω (υποχωρώ, ενδίδω) = Βήχιον.
farfara > farfarus, φυτό που αναφέρεται από τον Πλίνιο, ίσως από τoν παταπόταμο Fàrfaro (σήμερα Farfa) του Τίβερη.
Πολυετές φυτό με χοντρό ρίζωμα, από το οποίο ξεπετάγονται ανθικοί βλαστοί τριχωτοί, λεπιοειδείς, με ένα μόνο κεφάλι που έχει κίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια, αρσενικά στο κέντρο και θηλυκά στις άκρες,
Τα φύλλα παρουσιάζονται μετά την άνθιση, είναι χνουδωτά από κάτω και μοιάζουν με τα φύλλα του κισσού.
Το βήχιο είναι γνωστό φαρμακευτικό φυτό από την αρχαιότητα, με ισχυρές αντιβηχικές ιδιότητες. Και σήμερα χρησιμοποιείται από φαρμακευτικές εταιρίες σε αντιβηχικά σκευάσματα και σε φίλτρα για καπνιστές. Για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται τα άνθη και τα φύλλα σε αποξηραμένη μορφή.
Το αρχαίο του όνομα ήταν χαμαιλεύκη αλλά επικράτησε το όνομα «βήχιο» που του έδωσε ο Διοσκουρίδης, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως αποτελεσματικό φάρμακο για τις αναπνευστικές παθήσεις.
Η λαϊκή ιατρική αντιμετωπίζει τον βήχα και την βρογχίτιδα παρασκευάζοντας ρόφημα με το βήχιο, που πίνεται τακτικά μέχρι να ατονήσουν τα συμπτώματα. Για δερματικές παθήσεις (καλόγερους, αποστήματα, κ.α.) χρησιμοποιούνται καταπλάσματα.
Βιότοπος: υγρά, αργιλικά και λασπώδη αλλά ηλιόλουστα εδάφη, σε υψόμετρα 0-1400 (-1900) μ..
Τα άνθη συλλέγονται αργά τον χειμώνα και τα φύλλα την άνοιξη, όταν εμφανιστούν.
Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τις αρχές Μαΐου.
Ετυμολογία:
Tussilago > tússis βήχα + λαγγάζω (υποχωρώ, ενδίδω) = Βήχιον.
farfara > farfarus, φυτό που αναφέρεται από τον Πλίνιο, ίσως από τoν παταπόταμο Fàrfaro (σήμερα Farfa) του Τίβερη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








