ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Vinca major

Τατόι 14/04/2008

Η Βίνκα η μέγιστη (Vinca major L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, σε υγρές, σκιερές θέσεις.
Πολυετές φυτό, αναρριχητικό ή έρπον με φύλλα μεγάλα, λεία λογχοειδή, συχνά καρδιοειδή στη βάση με κοντό μίσχο. Άνθη μπλέ-ιώδη, μονήρη, με διάμετρο 4-5 εκ., πενταμερή, με σωλήνα τριχωτό εσωτερικά και μακρύ ποδίσκο. Σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες. Καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Ο Θεόφραστος την ονομάζει «χαμαιδάφνη», αφού είναι συγγενής της πικροδάφνης αλλά αναπτύσσεται χάμω στο έδαφος.
Η χρήση του φυτού ως φαρμακευτικό βότανο ανάγεται στην αρχαιότητα. Ο Διοσκουρίδης την αναφέρει ως «κληματίδα, φιλαιτέριον, δαφνοειδές, μυρσινοειδές ή πολυγονοειδές» και απέδιδε στα φύλλα και τα κοτσάνια της πολλές θεραπευτικές ιδιότητες για την αντιμετώπιση του πονόδοντου, της δυσεντερίας και της διάρροιας.
Περιέχει αλκαλοειδή, καροτίνη, βιταμίνη C, σαπωνοειδείς ουσίες, τανίνες και γαλακτικό οξύ. Από τα αλκαλοειδή, η βινκαμίνη χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως αγγειοδιασταλτικό και ως διεγερτικό του εγκεφάλου και η ρεσερπίνη για να κατεβάζει την αρτηριακή πίεση.

Ετυμολογία:
Vinca > αβέβαιας ετυμολογίας - πιθανώς από το pervinca > pervínco νικώ (τις ασθένειες εννοείται) ή vínco νικώ.
major, -us > ορθογραφικά λανθασμένη (αλλά ισχύουσα) μορφή του magnus = μείζων, μέγιστη.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Ophrys attica

Λαύριο 30/03/2008

 Η ορχιδέα Οφρύς της Αττικής [Ophrys attica (Boiss. & Orph.) B. D. Jackson 1894] Περιγράφτηκε από την
Αττική το 1859 ως Ophrys arachnites var. attica Boiss. & Orph. και ως ξεχωριστό είδος από τον Jackson το 1894. Έχει ευρύτερη εξάπλωση στην ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός από την Μακεδονία και την Θράκη.
Απουσιάζει από τις Κυκλάδες και την Κρήτη.
Συνώνυμο: Ophrys umbilicata Desfontaines subsp. attica, J. J. Wood 1983.
Βιότοπος: θαμνότοποι, φρυγανότοποι, παρυφές δρόμων και μονοπατιών, διάκενα πευκοδασών σε ηλιόλουστα ή ημισκιερά εδάφη.
Άνθη: Καφετιά, με πράσινο περιάνθιο και κάμψη του μεσαίου σέπαλου.
Άνθιση: αρχές Μαρτίου - μέσα Απριλίου.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αττική με μεγάλους πληθυσμούς στην Λαυρεωτική και στα Τουρκοβούνια. Σπάνια στην Πάρνηθα.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
attica  >  Αττική.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Narcissus tazetta

Λαύριο 14/02/2009

Ο Νάρκισσος ο ταζέτιος (Narcissus tazetta, L 1753) έχει εξάπλωση σε όλες τις μεσογειακές χώρες.
Λαϊκά ονόματα στην Ελλάδα: μανουσάκι (Κρήτη, Ζάκυνθος), μαρτακούδι (Αμοργός), βούτσινο (Μεσολόγγι), ίτσο (Λαμία), τσαμπάκι, ζαμπάκι...
Ιδιαίτερα δημοφιλές φυτό για τα άνθη και το άρωμά τους, καλλιεργείται από την αρχαιότητα.
Είναι βολβώδες φυτό. Βλαστός ισχυρός, κυλινδρικός και φύλλα γλαυκά, γωνιώδη στη ράχη με μήκος ίσο μ’ αυτό του βλαστού. Περιάνθιο λευκό, διαμέτρου 3-4εκ. με εσωτερική στεφάνη κίτρινη, ύψους μέχρι 5χιλ. Άνθη πολύ αρωματικά μέχρι 12 κατανεύοντα.
Βιότοπος: ελαιώνες, θαμνώδεις περιοχές, φρυγανότοποι.
Άνθιση: χειμωνιάτικη, από τις αρχές Δεκεμβρίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Πεντέλη, Πάρνηθα, Λαυρεωτική, Σαλαμίνα, Αίγινα...

Ετυμολογία:
Narcissus > νάρκισσος, όνομα φυτού από το νεολιθικό υπόστρωμα της ελληνικής γλώσσας. Ο Πλίνιος παρετυμολογεί από την «νάρκη» (λατ. narce) λόγω του μεθυστικού αρώματος των ανθέων. Νάρκισσος: μυθολογικός πανέμορφος νέος που πέθανε στον Ελικώνα της Βοιωτίας μένοντας να θαυμάζει το πρόσωπό του στο νερό μιας πηγής.
tazetta > tazza, δημοφιλές κύπελλο στην Βόρεια Ιταλία, το σχήμα του οποίου μοιάζει με την παραστεφάνη του άνθους = ταζέτιος, κυπελλοφόρος.

Πεντέλη 17/03/2008

  

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Onosma frutescens

Πεντέλη 22/03/2009 Pentelikon

Το Ονόσμα το θαμνώδες (Onosma frutescens Lam. 1792) είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου. Στην Ελλάδα φύεται στην κέντρική και νότια χώρα και σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συνήθως σε βραχώδεις τοποθεσίες και σε μεσογειακά ενδιαιτήματα. Είναι πολυετές, πολύκλαδό φρύγανο με κοκκινωπούς βλαστούς, πυκνό τρίχωμα και φύλλα λογχοειδή. Άνθη σε βοστρύχους, κίτρινα, κοκκινωπά στο χείλος. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Onosma > Όνος + οσμή. Επειδή η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια)
frutescens > frutex (λατιν.) θάμνος = θαμνώδες.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Ophioglossum lusitanicum

Λαύριο 14/02/2009

Το Οφιόγλωσσο το λουζιτανικό (Ophioglossum lusitanicum L. 1753) είναι μεσογειακό και ατλαντικό φυτό με εξάπλωση που φτάνει μέχρι την Βρετανίας. Στην Ελλάδα έχει ευρεία εξάπλωση, πλην Θεσσαλίας Πίνδου και Δυτικής Μακεδονίας.
Ανήκει στα πτεριδόφυτα, όπως και οι φτέρες.
Φύεται σε πετρώδεις θαμνότοπους, ξέφωτα δασών, λιβάδια σε υψόμετρα μέχρι 800 μέτρα

Ετυμολογία
Ophioglossum > όφις + γλώσσα = Οφιόγλωσσο, από την μορφή της ταξιανθίας.
lusitanicum > Lusitania, παλαιά ονομασία της Πορτογαλίας. εποχή.