ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Bellevalia hyacinthoides

  Αγία Μαρίνα 25/02/2012 Γραμματικό

Η Μπελεβάλια η υακινθοειδής [Bellevalia hyacinthoides (Bertol.) K. Persson & Wendelbo 1979] είναι βολβώδες φυτό, ενδημικό της Ελλάδας.
Φύλλα λογχοειδή, μεγαλύτερα του βλαστού. Φυτό σχετικά κοντό, με 1-4 βλαστούς μήκους 5-18 εκατοστών.
Βιότοπος: ξηρές πετρώδεις θέσεις με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, σε παρυφές καλλιεργημένων περιοχών, σε ελαιώνες και ακαλλιέργητους αγρούς, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.000 μέτρα.
Άνθη: κωδωνοειδή, γαλάζια, εύοσμα σε πυκνή ταξιανθία.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Πατέρας, Αγία Μαρίνα Γραμματικού.

Ετυμολογία:
Bellevalia > γένος αφιερωμένο στον Richer de Belleval (1564-1602), ιδρυτή του Βοτανικού Κήπου του Μονπελιέ.
hyacinthoides > υάκινθος + είδος = υακινθοειδής. 


   Αγία Μαρίνα 25/02/2012


Γεράνεια 09/01/201

Οι μπελεβάλιες είναι βολβόφυτα φυτά. Η ενδημική Μπελεβάλια η υακινθοειδής με τις γαλάζιες αποχρώσεις έχει ένα πολύ ευχάριστο άρωμα, που μοιάζει με του πικραμύγδαλου. Φωτογραφήθηκε σε παραλιακή θέση του όρους Πατέρας.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Narcissus tazetta

Λαύριο 15/02/2012

Ο Νάρκισσος ο ταζέτιος (Narcissus tazetta, L 1753) έχει εξάπλωση σε όλες τις μεσογειακές χώρες.
Λαϊκά ονόματα στην Ελλάδα: μανουσάκι (Κρήτη, Ζάκυνθος), μαρτακούδι (Αμοργός), βούτσινο (Μεσολόγγι), ίτσο (Λαμία), τσαμπάκι, ζαμπάκι...
Ιδιαίτερα δημοφιλές φυτό για τα άνθη και το άρωμά τους, καλλιεργείται από την αρχαιότητα.
Είναι βολβώδες φυτό. Βλαστός ισχυρός, κυλινδρικός και φύλλα γλαυκά, γωνιώδη στη ράχη με μήκος ίσο μ’ αυτό του βλαστού. Περιάνθιο λευκό, διαμέτρου 3-4εκ. με εσωτερική στεφάνη κίτρινη, ύψους μέχρι 5χιλ. Άνθη πολύ αρωματικά μέχρι 12 κατανεύοντα.
Βιότοπος: ελαιώνες, θαμνώδεις περιοχές, φρυγανότοποι.
Άνθιση: χειμωνιάτικη, από τις αρχές Δεκεμβρίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Πεντέλη, Πάρνηθα, Λαυρεωτική, Σαλαμίνα, Αίγινα...
Ετυμολογία:
Narcissus > νάρκισσος, όνομα φυτού από το νεολιθικό υπόστρωμα της ελληνικής γλώσσας. Ο Πλίνιος παρετυμολογεί από την «νάρκη» (λατ. narce) λόγω του μεθυστικού αρώματος των ανθέων. Νάρκισσος: μυθολογικός πανέμορφος νέος που πέθανε στον Ελικώνα της Βοιωτίας μένοντας να θαυμάζει το πρόσωπό του στο νερό μιας πηγής.
tazetta > tazza, δημοφιλές κύπελλο στην Βόρεια Ιταλία, το σχήμα του οποίου μοιάζει με την παραστεφάνη του άνθους = ταζέτιος, κυπελλοφόρος.


«νάρκισσος· ἔνιοι καὶ τοῦτον ὥσπερ τὸ κρίνον λείριον ἐκάλεσαν. τὰ μὲν φύλλα πράσῳ ἔοικε, λεπτὰ δὲ καὶ μικρότερα παρὰ πολύ, καυλὸν κενόν, ἄφυλλον, μείζονα σπιθαμῆς, ἐφ' οὗ ἄνθος λευκόν, ἔσωθεν δὲ κροκῶδες, ἐπ' ἐνίων δὲ πορφυροειδές· ῥίζα δὲ λευκή, στρογγύλη, βολβοειδής, καρπὸς ὡς ἐν ὑμένι, μέλας, προμήκης. φύεται κάλλιστος ἐν ὀρεινοῖς ‹τόποις›, εὐώδης· ὁ δὲ λοιπὸς πρασίζει καὶ βοτανώδη τὴν ἀποφορὰν ἔχει.» (Διοσκουρίδης)


Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Iris attica

Λαύριο 15/02/2012

Η Ίριδα της Αττικής (Iris attica, Boiss. & Heldr. 1859) είναι ενδημική της Ελλάδας και της FYROM. Έχει ευρεία εξάπλωση στην στεριανή Ελλάδα. Στην Βόρεια Βαλκανική και την Ευρώπη αντικαθίσταται από την παρόμοια Iris pumila.
Πολυετές φυτό με φύλλα γλαυκά, λογχοειδή με έντονη καμπυλότητα.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι την ορεινή ζώνη.
Άνθη: κίτρινα, ιώδη ή μπλε. Σε μερικές περιοχές, όπως στο Λαύριο, συνυπάρχουν και τα τρία χρώματα.
Άνθιση: από τον Φεβρουάριο.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Iris > > Ίρις, η αγγελιαφόρος των θεών.
attica > Αττική. 





Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Η προέλευση του ονόματος της συνοικίας Κυψέλη

Η Κυψέλη είναι η πιο πυκνοκατοικημένη συνοικία της Αθήνας. Οι μεσαιωνικές της ονομασίες ήταν Γυψέλι και Διψέλι και είναι άγνωστο πως προήλθαν. Ήταν αγροτική περιοχή που ποτιζόταν από ένα ρέμα, το οποίο σκεπάστηκε και αποτέλεσε την οδό Φωκίωνος Νέγρη. Στην αρχή αποτελούσε προάστιο της πρωτεύουσας, κι εδώ είχε την κατοικία του ο αγωνιστής ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης. Με την αστικοποίησή της απέκτησε και το λόγιο όνομα Κυψέλη.


Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Οι κρόκοι της Αττικής

Τουρκοβούνια 10/12/2011
Ο κρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus) είναι ενδημικός Δυτικής Κρήτης, Κυκλάδων και Αττικής. Είναι ο πρόγονος του καλλιεργήσιμο κρόκου (Crocus sativus).

Πάνειον όρος 02/11/2008 Κερατέα
Kρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus)



Υμηττός 30/11/2011
Κρόκος του Πάλλας (Crocus pallasii).




Αθήνα 10/11/2011
Ο κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cancellatus υποείδος mazziaricus) έχει ευρεία εξάπλωση.


Πάρνηθα 11/12/2011
Κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cancellatus υποείδος mazziaricus).



Πεντέλη 19/01/2008
Ο κρόκος της Αττικής (Crocus attiscus) είναι ενδημικός Αττικής, Νότιας Εύβοιας και Άνδρου.



Πάρνηθα 11/12/2011
Ο κρόκος  λείος (Crocus laevigatus) είναι ενδημικός της Νότιας Ελλάδας.



Γεράνεια 24/01/2009
Κρόκος του Ολιβιέ (Crocus olivieri). Χειμωνιάτικος είδος με ευρεία εξάπλωση.


Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Οι χαμένοι λύκοι της Πάρνηθας

 
φωτογραφία Δαυΐδ Κουτσογιαννόπουλος


Όπως προκύπτει από ιστορικές μαρτυρίες, στην Πάρνηθα ζούσαν πολλά από τα μεγάλα θηλαστικά της χώρας, όπως η καφέ αρκούδα (μέχρι περίπου το 1850), ο λύκος, το αγριογούρουνο και το τσακάλι (μέχρι πριν 50 χρόνια). Σήμερα έχει διαπιστωθεί η παρουσία 42 από τα 116 θηλαστικά που ζουν στην Ελλάδα. Ξεχωρίζει βέβαια το ελάφι  αλλά υπάρχουν επίσης πολλοί λαγοί και αλεπούδες. Σποραδικές εμφανίσεις έχουν ο σκίουρος, το τσακάλι, ο ασβός, η νυφίτσα και το κουνάβι. Από το 1992 ζουν σε ορισμένες θέσεις αγριοκάτσικα και αίγαγροι (κρι-κρι), που δραπέτευσαν από το εκτροφείο θηραμάτων το 1992.

Από όλα τ’ άγρια ζώα που είχε η Πάρνηθα, οι περισσότερες γραπτές αναφορές αφορούν τους λύκους, των οποίων η παρουσία μέχρι και τη δεκαετία του 1950 αποδεικνύεται από πολλές πηγές και από την ειδησεογραφία της εποχής.

Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ οργάνωνε ολόκληρες επιχειρήσεις κατά των λύκων, στις οποίες καλούσε και τους υπασπιστές του. Οι λύκοι ήταν τόσο πολλοί στην Πάρνηθα ώστε οι Σαρακατσάνοι βοσκοί, που πήγαιναν τα κοπάδια τους στα ορεινά λιβάδια του βουνού το καλοκαίρι (το χειμώνα τα είχαν στο Λαύριο) οργάνωναν μεγάλες παγάνες για να τους σκοτώσουν. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περιγραφή από μια εκδρομή το 1922 στην έρημη τότε (και σήμερα καμένη) Αγία Τριάδα, την πιο δημοφιλή περιοχή στις κορφές της Πάρνηθας.

«Όλη η έκτασις αντηχεί από τους πυροβολισμούς. Οι σκηνίται των διαφόρων ποιμενικών εκτάσεων του όρους, εξωπλισμένοι, διηρημένοι εις τμήματα, είχαν εκστρατείαν κατά των λύκων. Παγανιάν έκαμαν και εφόνευσαν αρκετούς. Τους συνηντήσαμεν κατά την εξερεύνησίν μας της δυτικής περιοχής κάτωθεν της Καραμπόλας, η οποία περιοχή παρουσιάζει πλείστας ανωμαλίας βουνών, χαραδρών, λακκών, καταδασωμένων. Οι σκηνίται ήσαν υπερήφανοι δια την θήραν των. Μας επέδειξαν τα φονευθέντα αγρίμια με ικανοποίησιν». (22/08/1922)

Στην Πάρνηθα υπήρχαν κι άλλα σαρκοβόρα, όπως ο λύγκας (Lynx lynx) και ο αγριόγατος (Felix sylvestris) που τρέφονταν με μικρότερα ζώα. Ο τελευταίος γνωστός λύγκας της Πάρνηθας σκοτώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Τατόι, ταριχεύθηκε και το σώμα του βρίσκεται σήμερα στο Ζωολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Lonicera implexa

Πάρνηθα 02/06/2011 Μετόχι

Η Λονίτσερα η περίπλοκη (Lonicera implexa, Aiton 1789)] είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα,εκτός από Βόρεια Πίνδο, Κυκλάδες και Κρήτη.
Κοινό λαϊκό όνομα: αγιόκλημα, αγριοαγιόκλημα.
Αειθαλής θάμνος με βλαστούς πολύκλαδους και φύλλα γλαυκά, λεία, τα ανώτερα ενωμένα, περίβλαστα.
Βιότοπος: θαμνώνες, δάση, βραχώδεις πλαγιές.
Ανθική στεφάνη σωληνοειδής, δίχειλη, λευκή ή ρόδινη, με μακρείς λευκούς στήμονες.
Η κεφαλή με τα άνθη καλύπεται από το τελευταίο ζεύγος φύλλων, που μοιάζει με κύπελλο.
Ανθίζει από τον Μάίο

Ετυμολογία:
Lonicera > γένος αφιερωμένο με τον Γερμανό ιατρό και βοτανικό Adam Lonitzer (Lonicerus, 1528-1586).
implexa > implecτo, εμπλέκω, περιπλέκω = περιπλεγμένη.


Πάρνηθα 02/06/2011 Μετόχι

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Αρμυρήθρες Salicornia sp.

Βραυρώνα 04/07/2010


Οι αρμυρήθρες είναι ένα από τα φυτά που δικαιολογεί τη ρήση ότι «εκεί που πεθαίνουν τα γαϊδούρια, παχαίνουν οι Έλληνες». Είναι ένα χόρτο που φυτρώνει σε παραθαλάσσιους υγρότοπους και αλίπεδα. Στους βιότοπους αυτούς, που έχουν υψηλή αλατότητα στα εδάφη τους, ευδοκιμεί μια ειδική ομάδα φυτών που αντέχουν στο αλάτι και λέγονται «αλόφιλα». Oι αρμυρήθρες ανήκουν στα είδη Salicornia και Arthrocnemum και χρειάζονται θερμο και ξηρό κλίμα, όπως είναι το μεσογειακό.

Για να ανταπεξέλθουν στις υψηλές τιμές άλατος στο έδαφος, αποθηκεύουν στις ρίζες τους μέχρι και 17% αλάτι. Φυτρώνουν σε όλα τα αλίπεδα της Ελλάδας, από το νησί της Λήμνου στο Αιγαίο μέχρι τους υγρότοπους του Πάρνωνα στην Πελοπόννησο.

Είναι δημοφιλές καλοκαιρινό χορταρικό στα Μεσόγεια της Αττικής και φυτρώνει σε ποσότητες στον υγρότοπο της Βραβρώνας.

Όπως γράφει ο αρχαίος γιατρός Γαληνός, οι αρχαίοι Έλληνες έκαιγαν τις αρμυρήθρες μετατρέποντας το χλωριούχο νάτριο (δηλαδή το αλάτι που περιέχουν) σε ανθρακικό νάτριο, που το χρησιμοποιούσαν ως σόδα για να φτιάξουν σαπούνι.

Με τα τρυφερά βλαστάρια της αρμυρήθρας γίνεται μια νοστιμότατη βραστή σαλάτα το καλοκαίρι με ελαιόλαδο (εννοείται) και άφθονο λεμόνι. Τα κάνουν επίσης και τουρσί. Οι αρμυρήθρες περιέχουν βιταμίνες C και Ε και είναι πλούσιες σε ιώδιο και μεταλλικά στοιχεία. Εκτός από τις παραθαλάσσιες ταβέρνες των Μεσογείων και άλλων περιοχών, η ιδιαίτερη γεύση τους έχει κερδίσει την υψηλή μαγειρική.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Colchicum atticum

Πεντέλη 30_11_2008

Το Κολχικό της Αττικής (Colchicum atticum Spruner ex Tommas 1840) περιγράφτηκε το 1840. Θεωρήθηκε για πολλές δεκαετίες ενδημικό της Αττικής αλλά τελικά βρέθηκε και σε άλλες θέσεις της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας όπως και στη Νότια Βουλγαρία.
Συνώνυμο: Merendera attica.
Βολβώδες φυτό. Ξεχωρίζει από τα άλλα κολχικά από το γεγονός ότι τα τέπαλά του είναι χωρισμένα σε όλο το μήκος τους.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, δασικές τοποθεσίες σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα.
Άνθη: λευκά με μοβ απολήξεις.
Άνθιση: φθινοπωρινή.
Εξάπλωση στ ην Αττική: Τουρκοβούνια, Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός, Λαυρεωτική, Γεράνεια, Πατέρας.

Ετυμολογία:
Colchicum > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
atticum  -a, -um > Αττική, αττικό..

Πεντέλη 30/11/2008
Πεντέλη 30/11/2008
Τουρκοβούνια 01/12/2007
 Λαυρεωτική 09/12/2007

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Colchicum cupanii

Υμηττός 23/10/2009

Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Μερικές συλλογές από την Αττική και την Εύβοια έχουν περιγραφεί ως Colchicum cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy 1906, με επέκταση σε Πελοπόννησο και νησιά Ιονίου

Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii > προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
glossophyllum > γλώσσα + φύλλο.

Πάρνηθα 05/10/2008 Κατσιμίδι

Κατσιμίδι (Πάρνηθα) 01/11/2007