ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Crocus laevigatus

Πεντέλη 24-12-2007
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus, Bory & Chaub. 1832) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας, με πλατιά εξάπλωση στην Αττική. Πήρε το όνομά του από τους χιτώνες του βολβού του που είναι λείοι. Εδώδιμος με γεύση κάστανου.
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 3-4.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, θαμνώνες, φρυγανότοποι, διάκενα πευκοδασών σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι 1500 μέτρα.
Άνθη: με χρωματική ποικιλομορφία, λευκά, μοβ-ρόδινα, λιλά, δίχρωμα, με μία έως τρεις ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Λαιμός κίτρινος.
Στύλος με «στίγματα» κίτρινα ή πορτοκαλί που διαχωρίζονται δενδροειδώς σε πολλά νημάτια. Ανθήρες λευκοί.
Άνθιση: από τον Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
laevigatus > levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος.



Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Orchis pauciflora

Γραμματικό 23/03/2013

Η Όρχις η ολιγανθής (Orchis pauciflora Tenore, 1812) είναι ορχιδέα της Κεντρική Μεσογείου. Περιγράφτηκε το 1812 από τη Νάπολι της Ιταλίας. Στην Ελλάδα εξπλώνεται στην Δυτική και Στερεά, την Πελοπόννησο, την Κρήτη.
Κοντό αλλά εύρωστο φυτό, με ύψος 10-20 εκατοστά. Φύλλα 4-9 πράσινα, γυαλιστερά, λογχοειδή.
Βιότοπος: ανοιχτά δάση, λιβάδια, φρύγανα, μακία, πετρώδεις θέσεις σε υψόμετρα μέχρι 1.800 μέτρα.
Άνθη: κίτρινα με καστανές κηλίδες στο κέντρο,τρίλοβα, διπλωμένα προς τα πίσω.
Άνθιση: Μάρτιος - Απρίλιος
Ετυμολογία:
Orchis (λατιν. θηλυκού γένους) > Όρχις (αρσενικού γένους), φυτό με δύο κονδύλους σε σχήμα όρχεων που αναφέρει ο Διοσκουρίδης // ο όρχις (< ορχίδιον <
αρχίδι).
pauciflora > paucus, a, um, λίγος, η, ο + flos floris άνθος = ολιγσνθής.

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Lathyrus cicera

Γραμματικό 23/03/2013

Ο Lathyrus cicera L. 1753, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Μονοετές φυτό 20-50 εκ. Βλαστός 15-50 cm, συχνά διακλαδισμένος από την βάση.
Φύλλα με 1-2 ζεύγη γραμμοειδών φυλλαρίων και έλικες τρισχιδείς. Παράφυλλα γραμμοειδή.
Βιότοπος: αραιοί θαμνώνες, ξηρά λιβάδια, αγροί, ελαιώνες, αμπελώνες, σε υψόμετρα 0-800 μ. και περιστασιακά στην Κρήτη 1300 μ. και στην ηπειρωτική χώρα 1900 μ.
Άνθη ανά ένα, πορφυρά.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Lathyrus > λάθυρος (λαθούρι).
cicera = λατινικό όνομα του λάθυρου (λαθουριού).


Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Onosma frutescens

Γεράνεια 13/04/2013

Το Ονόσμα το θαμνώδες (Onosma frutescens Lam. 1792) είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου. Στην Ελλάδα φύεται στην κέντρική και νότια χώρα και σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συνήθως σε βραχώδεις τοποθεσίες και σε μεσογειακά ενδιαιτήματα. Είναι πολυετές, πολύκλαδό φρύγανο με κοκκινωπούς βλαστούς, πυκνό τρίχωμα και φύλλα λογχοειδή. Άνθη σε βοστρύχους, κίτρινα, κοκκινωπά στο χείλος. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Onosma > Όνος + οσμή. Επειδή η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια) 
frutescens > frutex (λατιν.) θάμνος = θαμνώδες.


Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Orobanche pubescens

Αγία Μαρίνα 16/04/2008 Γραμματικού

Η Οροβάγχη η χνουδωτή (Orobanche pubescens, d' Urv. 1822 και συνώνυμο Orobanche versicolor = με μεταβαλλόμενο χρώμα) είναι μεσογειακό είδος που παρασιτεί στις ρίζες φυτών των οικογενειών Apiaceae και Asteraceae. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, σε ανοιχτά ενδαιτήματα σε υψόμετρα μέχρι 2000 μέτρα. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία:
Orobanche > Οροβάγχη > οροβός (βίκος) + Άν-χω > άγχω (πνίγω)
pubescens > pubes -is (εφηβαίο) = χνουδωτός
versicolor > vérso γυρίζω & cólor χρώμα = με μεταβαλλόμενο χρώμα, πολύχρωμο.

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Salvia viridis

Τουρκοβούνια 20/03/2008 Γαλάτσι

Η Σάλβια η πράσινη (Salvia viridis, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Ετήσιο φυτό, τριχωτό, με ύψος 10-30 (-50) εκ.
Βλαστός όρθιος, απλός, σπάνια διακλαδισμένος.
Φύλλα απλά, ωοειδή, χνουδωτά, ελαφρώς οδοντωτά.
Βιότοπος: αμμώδεις και πετρώδεις θέσεις, παράκτιοι βιότοποι, φρύγανα, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (έως 1100 στην Κρήτη).
Άνθη ρόδινα ή ιώδη σε στάχυ.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Salvia > sálvo θεραπεύω, διασώζω - όνομα που χρησιμοποιεί ο Πλίνιος γαι το φασκόμηλο Salvia officinalis για τις θεραπευτικές του ιδιότητες.
viridis, e = πράσινος, η, ο - από την γενική εμφάνιση του φυτού.




Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Colchicum cupanii subsp. cupanii

Υμηττός 19/11/2010

Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Μερικές συλλογές από την Αττική και την Εύβοια έχουν περιγραφεί ως Colchicum cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy 1906, με επέκταση σε Πελοπόννησο και νησιά Ιονίου

Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii > προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
glossophyllum > γλώσσα + φύλλο.


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Anagallis arvensis

Πάρνηθα 14/04/2016 Μακρυχώραφο

Η Anagallis arvensis L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, παράκτιοι βιότοποι, σε υψόμετρα 0-1200) μ.
Μικρή πόα, όρθια ή κατακείμενη με φύλλα ωοειδή λογχοειδή, αντίθετα, επιφυή, λεία.
Τα γαλάζια-μπλε ή πορτοκαλοκόκκινα άνθη φύονται σε λεπτούς ποδίσκους στις μασχάλες των φύλλων. Η περιφέρεια των πετάλων φέρει μικρά τριχίδια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anagallis > αναγαλλίς (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και το οποίο υποτίθεται ότι καταπολεμούσε την κατάθλιψη)
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Cotinus coggygria

Πάρνηθα 01/11/2007 Μακρυχώραφο

Ο Κότινος ο κοκκύγιος (Cotinus coggygria Scop. 1771) είναι φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο, με κόμη όρθιας μορφής, ύψους 3-4 μ. Τα φύλλα του είναι απλά, ωοειδή έως στρογγυλά. Όταν βγαίνουν την άνοιξη κι όταν πέφτουν το φθινόπωρο έχουν κόκκινο χρώμα.  Τα άνθη του είναι μικρά και λευκά. Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.
Ο Διοσκουρίδης γράφει ότι «κότινος» ήταν όνομα της άγριας ελιάς. Ο Θεόφραστος αναφέρει την κοκκυγέα ως θάμνο, ενίοτε με δενδρώδη μορφή, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.

*** ἀγριελαία, ἣν ἔνιοι κότινον καλοῦσιν, οἱ δὲ Αἰθιοπικὴν ἐλαίαν, ἔχει τὰ φύλλα στυπτικά. λεῖα δὲ καταπλασθέντα ἐφεκτικά ἐστιν ἐρυσιπελάτων (Διοσκουρίδης)

*** Ὅμοιον δ' ἐστὶ τούτοις τὸ φύλλον καὶ τὸ τῆς κοκκυγέας· τὸ δὲ δένδρον μικρόν. ἴδιον δὲ ἔχει τὸ ἐκπαπποῦσθαι τὸν καρπόν· τοῦτο γὰρ οὐδ' ἐφ' ἑνὸς ἀκηκόαμεν ἄλλου δένδρου. ταῦτα μὲν οὖν κοινότερα πλείοσι χώραις καὶ τόποις.(Θεόφραστος)

Ετυμολογία:
Cotinus>  > κότινος (Διοσκουρίδης)
coggygria > κοκκυγέα (Θεόφραστος)


 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Centranthus ruber

Υμηττός 20/04/2011

Ο Κέντρανθος ο ερυθρός (Centranthus ruber (L.) DC. 1805) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Γλαυκοπράσινο φυτό με όρθιους βλαστούς και ύψος 30-80 (-100) εκ.
Φύλλα πλατιά, οξύληκτα με μήκος 12 εκ. Τα κατώτερα έχουν μικρό μίσχο ενώ τα ανώτερα είναι επιφυή.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-900 (-1700) μ.
Άνθη ρόδινα, σωληνοειδή με πεντάλοβη στεφάνη, μακρύ και λεπτό πλήκτρο, που φύονται σε πυκνό κόροιβο.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Centranthus > κέντρο + άνθος - αναφορά στο πλήκτρο του άνθους = Κέντρανθος.
rúber, ra, rum, rus > rúbeo, κοκκινίζω = ερυθρός.


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ophrys aesculapii

Υμηττός 03/04/2011

Η Οφρύς του Ασκληπιού (Ophrys aesculapii, Renz 1928) είναι ενδημική ορχιδέα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, με βορειότερο σημείο την Μαγνησία.
Περιγράφτηκε από την αρχαία Επίδαυρο κοντά στο Ασκληπιείο, γι’ αυτό και της δόθηκε το όνομα του θεού Ασκληπιού.
Βιότοπος: φρυγανότοποι, θαμνώνες, ανοίγματα δασών, ξηρά παραθαλάσσια ενδιαιτήματα, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.000 μ.
Άνθος: Μικρό, σχεδόν σφαιρικό, ακέραιο (ενίοτε τρίλοβο), κοκκινωπό ή καφέ. Θυρεός μπλε ή γαλάζιος σε σχήμα Η (ήτα). Πέταλα και σέπαλα πράσινα.
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
aesculapii > Aesculapius (λατιν.) > Ασκληπιός.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Lotus peregrinus

Αιγάλεω 08/03/2008

Ο Lotus peregrinus L. 1753, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Μονοετές φυτό μέχρι 50 εκ., χνουδωτό.
Φύλλα αντωοειδή, σφηνοειδή στην βάση.
Χέδρωπας πολύ λίγο κυρτός.
Βιότοπος: αγροί, ελαιώνες, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-600 μ. και περιστασιακά στην Κρήτη 1100 μ.
Ανθίζει Μάρτιο - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Lotus > λατινική ονομασία ενός είδους τριφυλλιού που αναφέρεται από τον Βιργίλιο.
peregrinus > ξένος, εξωτικός ==> με την έννοια της περιπλάνησης, κάτι που είναι εδώ κι εκεί= περιπλανώμενος, εξωτικός.


Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Crocus laevigatus

Υμηττός 26/10/2013

Ο Κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus, Bory & Chaub. 1832) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας, με πλατιά εξάπλωση στην Αττική. Πήρε το όνομά του από τους χιτώνες του βολβού του που είναι λείοι. Εδώδιμος με γεύση κάστανου.
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 3-4.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, θαμνώνες, φρυγανότοποι, διάκενα πευκοδασών σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι 1500 μέτρα.
Άνθη: με χρωματική ποικιλομορφία, λευκά, μοβ-ρόδινα, λιλά, δίχρωμα, με μία έως τρεις ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Λαιμός κίτρινος.
Στύλος με «στίγματα» κίτρινα ή πορτοκαλί που διαχωρίζονται δενδροειδώς σε πολλά νημάτια. Ανθήρες λευκοί.
Άνθιση: από τον Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
laevigatus > levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος.γ


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Scandix pecten-veneris

Αιγάλεω 08/03/2008

Ο Σκάνδιξ «καθρέφτης της Αφροδίτης» (Scandix pecten-veneris L. 1753) είναι ευρασιατικό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Λαϊκά ονόματα ανάλογα την περιοχή: μυρώνι, σκαντζίκι, τσιλιμονιδιά.
Μικρό φυτό με φύλλα πτεροσχιδή, με λοβούς στενούς. Σέπαλα  απουασιάζοντα. Πέταλα λευκά, πολύ μεγαλύτερα στην έξω πλευρά των ακραίων ανθέων.
Φύεται σε ξηρά λιβάδια, θέσεις με ανθρωπογενή επιβάρυνση, άκρες δρόμων
Άνθιση από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Scandix > σκάνδιξ, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
pecten-veneris > pecten (λατιν) καθρέφτης + Venus (γενική Veneris) Αφροδίτη = καθρέφτης της Αφροδίτης.

σκάνδιξ· καὶ τοῦτο ἄγριόν ἐστι λάχανον, ὑπόδριμυ καὶ ἔμπικρον, ἐδώδιμον, ἑφθόν τε καὶ ὠμὸν ἐσθιόμενον εὐκοίλιον καὶ εὐστόμαχον, οὐρητικόν. τὸ δὲ ἀφέψημα αὐτοῦ κύστει χρήσιμον καὶ νεφροῖς καὶ ἥπατι πινόμενον. (Διοσκουρίδης)


Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Eryngium amethystinum

Πάρνηθα 14/10/2009

Το Ηρύγγιον το αμέθυστον (Eryngium amethystinum L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός νησιών Αιγάιου.
Πολυετές φυτό με ύψος 20-45 εκ. Φύλλα βάσης δις πτεροσχιδή με τμήματα λογχοειδή αγκαθωτά. Φύλλα βλαστού παρόμοια.
Φύεται σε ξέφωτα δασών, ξηρά λιβάδια, πετρώδεις θέσεις.
Ταξιανθία με άνθη γαλάζια κα βράκτια γαλάχια-βιολετιά
Ανθίζει το καλοκαίρι.

Ετυμολογία:
Eryngium > ηρύγγιον (Θεόφραστος).
amethystinum > αμέθυστος - με το χρώμα που έχει ο λίθος αμέθυστος = αμέθυστον.



Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ecballium elaterium

Πεντέλη 14/10/2009

Το Εκβάλλιον το ελατήριον [Ecballium elaterium (L.) A. Richard 1824] είναι γεώφυτο της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι «σίκυς άγριος».
Τον καρπό του ονομάζει «ελατήριο» («το δε λεγόμενον ελατήριον εκ του καρπού των σικύων») ήδη από την αρχαιότητα ο Διοσκουρίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι το εκχύλισμα του αποτελεί δραστικότατο καθαρτικό φάρμακο.
Το σημερινό λαϊκό του όνομα είναι «πικραγγουριά».
Πρόκειται για έρπουσα πολυετή πόα, σαρκώδη, πολύ αδρότριχη.
Βλαστοί απλωτοί, έρποντες 15-60 εκ. χωρίς έλικες. Φύλλα μακρόμισχα, με έλασμα 4-10 εκ., καρδιοειδή- τριγωνικά, οδοντωτά ή κυματιστά στα χείλη.
Στεφάνη τροχοειδής με 5 λοβούς. Τα άνθη είναι κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, τα αρσενικά σε βότρυ, τα θηλυκά ανά ένα.
Ο καρπός είναι κυλινδρικός ωοειδής μέχρι 5εκ. μήκος, πολύ αδρότριχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η πικραγγουριά διασπείρει τους σπόρους της. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος και με το παραμικρό άγγιγμα σκάει σαν μικρή βόμβα και εκτινάσσει τα σπέρματα μακριά, δηλαδή τα εκβάλλει ως ελατήριο.
Όλα τα μέρη του φυτού, και κυρίως ο καρπός του, είναι τοξικά, περιέχοντας το δηλητήριο «ελατηρίνη».
Κοινό σε χέρσα χωράφια, μπάζα, άκρες δρόμων.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Ecballium > εκβάλλω (βγάζω έξω με δύναμη) - αναφέρεται στην αποβολή με δύναμη των σπερμάτων = Εκβάλλιον
elaterium > ελατήριον - αναφέρεται στην εκτόξευση των σπερμάτων μακριά = ελατήριο.


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Carlina corymbosa subsp. graeca

Πεντέλη 14/10/2009

Η Carlina corymbosa subsp. graeca, (Heldr. & Sartori) Nyman 1879, είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας, με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές άκαμπτο φυτό, διακλαδισμένο, με ύψος έως 70 εκ.
Φύλλα πολύ αγκαθωτά.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ξηρά λιβάδια, άγονες τοποθεσίες, σε υψόμετρα 0-2000 μ.
Κεφάλια μέχρι 3 εκ. σε κορύμβους, με ανθίδια κίτρινα και βράκτια φυλλόμορφα, καστανόξανθα με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει Απρίλιο - Αϋγουστο

Ετυμολογία:
Carlina > γένος αφιερωμένο στο Καρλομάγνο, επειδή υποτίθεται ότι θεράπευσε τον στρατό του από την πανώλη με κάποια καρλίνα.
corymbósus, a, um > κόρυμβος (κορυφή) - επειδή τα άνθη, ανεξάρτητα από το ύψος των ποδίσκων, εμφανίζονται στο ίδιο επίπεδο.
graeca > Grecia


Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Cistus creticus

Πάρνηθα 04/09/2008 Τατόι
καρποί του φυτού 

Ο Κίστος ο κρητικός (Cistus creticus L. 1762 subsp. creticus) είναι μεσογειακό φυτό, με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Θεσσαλίας και ΒΔ Ελλάδας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα «κίσθος», γράφοντας ότι από ένα είδος του παράγεται το λάδανο (λάβδανο).
Από τον κρητικό Κίστο κατ' εξοχήν συλλέγεται το λάδανο. Γράφει σχετικά ο Διοσκουρίδης:
 

«γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον· τὰ φύλλα γὰρ αὐτοῦ νεμόμεναι αἱ αἶγες καὶ οἱ τράγοι τὴν λιπαρίαν ἀναλαμβάνουσι τῷ πώγωνι γνωρίμως καὶ τοῖς μηροῖς προσπλαττομένην διὰ τὸ τυγχάνειν ἰξώδη, ἣν ἀφαιροῦντες ὑλίζουσι καὶ ἀποτίθενται ἀναπλάσσοντες μαγίδας.»

Είναι θάμνος πολύκλαδος με κοντές, λευκές, κολλώδεις τρίχες και φύλλα έμμισχα, αντίθετα, αδενώδη, κυματιστά στα περιθώρια.
Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, θαμνώνες, φρύγανα.
Άνθη μέχρι 6εκ. με σέπαλα κοντά και πέταλα ρόδινα με ιδιαίτερη μορφή, αφού μοιάζουν σαν τσαλακωμένα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρατι στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος.
creticus > Κρήτη.


Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Colchicum cupanii

Μερέντα 18/10/2009

Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Μερικές συλλογές από την Αττική και την Εύβοια έχουν περιγραφεί ως Colchicum cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy 1906, με επέκταση σε Πελοπόννησο και νησιά Ιονίου

Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii > προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
glossophyllum > γλώσσα + φύλλο.


Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Cyclamen graecum subsp. graecum

Πεντέλη 18/10/2008

Το Κυκλάμινο το ελληνικό (Cyclamen graecum Link. 1834 subsp. graecum) είναι κονδυλώδες φυτό Ελλάδας, Μικράς Ασίας και Κύπρου.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα με εξαίρεση την Πίνδο
Κόνδυλος σφαιρικός με χοντρό και άγριο φλοιό. Ρίζες χοντρές, σαρκώδεις.
Τα φύλλα βγαίνουν προς το τέλος της ανθοφορίας. Είναι μεγάλα, καρδιοειδή, με την κάτω επιφάνειά τους πορφυρή και την επάνω σκουροπράσινη με ανταύγειες ανοιχτοπράσινες ή ασημί και διάφορα σχέδια.
Άνθη ρόδινα σε διάφορες αποχρώσες και στην βάση τους πορφυρά, πολλά, σε μακρύ ποδίσκο, δίχως φύλλα. Τα άνθη γέρνουν προς τα κάτω, ενώ τα πέντε πέταλα (λοβοί της στεφάνης) στρέφονται προς τα πίσω και πάνω. Στην βάση κάθε πέταλου υπάρχουν «ωτιόμορφα εξαρτήματα» (αυτάκια).
Ανθίζει από τον Σεπτέμβριο σε βραχώδεις και πετρώδεις περιοχές, φρυγανότοπους, θαμνώνες, συνήθως σε ηλιόλουστες θέσεις.

*** Στην Ρόδο φύεται το υποείδος anatolicum και στην Κρήτη (νομός Χανίων) το υποείδος candicum, ενδημικά και τα δύο.

Ετυμολογία
Cyclamen > κυκλάμινος > κύκλος - από τους τέλειους κύκλους που κάνουν οι καρποφόροι βλαστοί καιη στεφάνη.
graecum > Graecia (το όνομα της Ελλάδας στα λατινικά) > Γραικός.


Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Sternbergia lutea

Πάρνηθα 05/10/2008

 Η Στερνμπέργκια η κίτρινη [Sternbergia lutea (L.) Ker Gawl. ex Spreng. 1825] είναι μεσογειακό γεώφυτο.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Δυτική Μακεδονία. Ανάλογα με τις περιοχές ονομάζεται κρινάκι, κίτρινο κρινάκι, λαλές, αγριολαλές και αγριόκρινος.
Είναι πολυετής, πόα με βολβοειδές ρίζωμα, φύλλα λογχοειδή, στενόμακρα, ανεπτυγμένα κατά την άνθιση. Ανθίζει το φθινόπωρο. Άνθη κίτρινα, με 6 λογχοειδή τέπαλα μήκους μέχρι 6 εκατοστά. Στην βάση τους έχουν μία μεμβρανώδη σπάθη.Μοιάζει με κρόκο αλλά διαφέρει στους ανθήρες, τους βιότοπους κλπ και άλλωστε ανήκει σε άλλη βοτανική οικογένεια.
Φύεται κυρίως σε πετρώδεις τοποθεσίες. Συχνά καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Ετυμολογία:
Sternbergia, είδος αφιερωμένο στον Caspar (Kaspar) Maria von Sternberg (1761-1838), Βοημό βοτανικό που θεωρείται ιδρυτής του κλάδου της Παλαιοβοτανικής
lutea = κίτρινη.




Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Lactuca viminea

Πάρνηθα 05/10/2008

Η Lactuca viminea (L.) J. Presl & C. Presl 1819 subsp. viminea, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό. Στην Ελλάδα φύεται σε Θράκη, Ανατολική Μακεδονία, Ανατολικό Αιγαίο, Στερεά Ελλάδα.
Διετές, ενίοτε και πολυετές, φυτό.
Βλαστός όρθιος ύψους 35-150 εκ., λυγισμένος στο μεγαλύτερο τμήμα του, διακλαδισμένος και άτριχος.
Τα φύλλα της βάσης σχηματίζουν ρόδακα και είναι επιμήκη, οδοντωτά με πλευρικούς λοβούς και συνήθως αποξηραμένα κατά την άνθιση. Τα ανώτερα είναι γραμμικά, με μικρούς λοβούς, σχεδόν συγχωνευμένα με τους κλάδους.
Βιότοπος: Άγονες και πετρώδεις πλαγιές, ξηρά λιβάδια, αγροί, φρύγανα, σε υψόμετρα 0-800 μ.
Άνθη κίτρινα, μοναχικά ή σε συστάδες κατά μήκος των κλάδων, που ανοίγουν το μεσημέρι.
Ανθίζει Ιούλιο-Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Lactuca > lac, láctis, γάλα - για τον άφθονο λευκό χυμό που έχουν είδη του γένους.
vimineus, a, um > vimen λυγαριά - για τα εύκαμπτους, λυγισμένους βλαστούς.



Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Micromeria juliana

Πάρνηθα 13/06/2012

Η Micromeria juliana, (L.) Benth. ex Rchb. 1831, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές φρύγανο, τριχωτό, αρωματικό, με ύψος 10-40 εκ.
Βλαστοί πολλοί, ίσιοι, όρθιοι.
Φύλλα 3-8 χιλ. γραμμοειδή-λογχοειδή, ακέραια, με άκρες αναδιπλωμένες
Βιότοπος: ξηρές, βραχώδεις, ασβεστολιθικές πλαγιές, σε υψόμετρα 0-800 (έως 1400 στην Κρήτη).
Άνθη σε σπονδύλους, 4-20 ρόδινα με λευκό κέντρο
Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου.

Ετυμολογία:
Micromeria > μικρός + μερίς - επειδή αποτελείται από μικρά κομμάτια (μερίδες) το φύλλωμα.
juliana > από το βουνό Monte San Giuliano (Monte Pisano) της Ιταλίας, από όπου αρχικά συλλέχτηκε το φυτό.




Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Anthyllis vulneraria subsp. rubriflora

Πεντέλη 28/05/2013

Η Ανθυλλίς η τραυματική υποείδος η ερυθρανθής [Anthyllis vulneraria subsp. rubriflora (DC.) Arcang. 1882] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Θεωρείται επουλωτικό των τραυμάτων, κάτι που εξηγεί το όνομα vulneraria (τραυματική).
Το ελληνικό όνομα «ανθυλλίς» αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη για ένα υδρόβιο φυτό και από τον Πλίνιο για την Ajuga, Ο Λινναίος (Linnaeus) χρησιμοποίησε αυτό το όνομα συνδυάζοντας το ελληνικό «ανθυλλίς» και το πολύ λεπτό και πυκνό βαμβακώδες τρίχωμα που καλύπτει βλαστούς και κάλυκες (όπως ορισμένα είδη της Ajuga).
Φυτό πολύμορφο με πολλά υποείδη.
Τριχωτή όρθια ή έρπουσα πόα με φύλλα πολύμορφα. Τα κατώτερα έχουν φυλλάρια άνισα με το κεντρικό πολύ μεγαλύτερο, ενώ τα ανώτερα είναι ισομήκη.
Βιότοπος: κοινό σε άκρες δρόμων, δολίνες, ελαιώνες, σε υψόμετρα 0-900 (-2000) μ.
Άνθη λευκοκόκκινα σε κεφάλια περιβαλλόμενα από φυλλοειδή βράκτια και κάλυκες διογκωμένους πολύ τριχωτούς.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anthyllis > υποκοριστικό του «άνθους». Το όνομα αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη για ένα υδρόβιο φυτό και από τον Πλίνιο για την Ajuga.
vulneraria > vúlnus, vúlneris τραύμα πληγή ==> επειδή έχει επουλωτικές ιδιότητες = τραυματική.
rubriflora > ruber ερυθρός, κόκκινος + flos floris άνθος = ερυθρανθής.





Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Sedum amplexicaule subsp. tenuifolium

Πεντέλη 28/05/2013

Το Sedum amplexicaule subsp. tenuifolium [(Sm.) Greuter  1981] είναι μεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδη πρανή,, διάκενα δασών, φρύγανα σε υψομετρα (0-) 400-1600 (-2100) μ.
Πολυετές φυτό με λεπτούς βλαστούς ανθοφόρυς και μη, με φύλλα μικρά, κυλινδρικά, αυτά των γόνιμων βλαστών περίβλαστα.
Άνθη έως 1,5 εκ. με κεφάλια στην κορυφή των βλαστών. Πέταλα 5-10 κίτρινα.
Ανθίζει Μάιο - Ιούλιο

Ετυμολογία:
Sedum &gt; sédo (λατιν.) ανακουφίσω, καταπραΰνω, ηρεμώ - επειδή τα φύλλα κάποιων ειδών υποστυρίζεται ότι αμβλύνουν τον πόνο των τραυμάτων = Σέδον
amplexicaule &gt; amplector παρεβάλλω, αγκαλιάζω + caulis ( &gt; καυλός) ==&gt; αναφορά στα φύλλα που περιβάλλουν τον βλαστό = περίβλαστο
tenuifolium &gt; tenuis λεπτό + folium φύλλο = λεπτόφυλλο.


Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Ophrys oestrifera subsp. oestrifera

Πεντέλη 20/04/2009

Η Οφρύς η οιστροφόρος (Ophrys oestrifera Steven in M. Bieberstein 1808) είναι ευρασιατική ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα εκτός της Κρήτης.
Περιγράφτηκε επιστημονικά το 1808 από την Γεωργία (Ιβηρία) του Καυκάσου.
Συνώνυμα: Ophrys cerastes, Ophrys cornuta.
Ψηλόλιγνο φυτό με ύψος 20-50 εκατοστά.
Βιότοπος: θαμνότοποι, φρυγανότοποι, λιβάδια, αραιά δάση σε υψόμετρα μέχρι 1.800 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, ξανθοκόκκινα, με τριχωτούς πλαϊνούς λοβούς σε σχήμα κέρατος. Θυρεός καφέ ή μπλε με κίτρινο περίγραμμα.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Κοινή στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
oestrifera > oestrus (λατιν.) > οίστρος, αλογόμυιγα + φέρω. 

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Serapias parviflora

Υμηττός 03/04/2011

Η Σεραπιάς η μικρανθής (Serapias parviflora Parlatore 1837) είναι μεσογειακή ορχιδέα. Περιγράφτηκε το 1837 από το Παλέρμο της Σικελίας.
Στην χώρα μας εξαπλώνεται στην Κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά.
Λεπτό φυτό, με ύψος 15-30 εκατοστά. Φύλλα 4-7 στενά, λογχοειδή.
Βιότοπος: λιβάδια, φρύγανα, ελαιώνες, ανοιχτά δάση σε υψόμετρα μέχρι 1.200 μέτρα.
Άνθη: κοκκινωπά, πορτοκαλί, πρασινοκίτρινα.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Serapias > Σεραπιάς, ορχιδέα που ονοματίζει ο Διοσκουρίδης < Σέραπις (και Σάραπις) ελληνοαιγυπτιακός θεός της Ελληνιστικής Εποχής.
parviflora > parvus (μικρός) + flos, floris (άνθος) = μικρανθής.


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Genista acanthoclada

Γαλάτσι 07/06/2007

Η Genista acanthoclada DC. είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Κοινά ονόματα: αφάνα, αχινιπόδι. Για πολλά χρόνια αποτελούσαν την βασική καύσιμη ύλη στα χωριά και τα νησιά.
Πολύκλαδος, μαξιλαρόμορφος θάμνος με βλαστούς ραβδωτούς, πολύ αγκαθωτούς.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, φρύγανα σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Φύλλα μικρά, επιφυή, αποτελούμενα από τρία λογχοειδή επιμήκη φυλλάρια που αναπτύσσονται στις διακλαδώσεις των βλαστών
Βότρεις με λίγα ελαφρώς χνουδωτά κίτρινα άνθη στις κορυφές των βλαστών.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Genista = λατινική ονομασια για την σκούπα - αναφέρεται από τον Πλίνιο και τον Βιργίλιο.
acanthoclada < άκανθα + κλάδος.


Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Mercurialis annua

Τουρκοβούνια 14/02/2014 Φιλοθέη

Η Mercurialis annua, L. 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό της Ανατολικής Μεσογείου και πλέον σχεδόν κοσμοπολίτικο, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Δηλητηριώδες φυτό, φαρμακευτικό με καθαρτικές, υπνωτικές και διουρητικές ιδιότητες
Βιότοπος: φρύγανα, άκρες χωραφιών, ελαιώνες, βράχια, σε υψόμετρα 0-800 μ..
Ετήσιο φυτό μέχρι 50 εκ., λείο, όρθιο.
Βλαστός τεταγωνικός.
Φύλλα 1-1,5 εκ., ωοειδή έως ελλειπτικά-λογχοειδή, οδοντωτά έμμισχα.
Άνθη μικρά, κίτρινα, με κάλυκα τρίλοβο τα θηλυκά, σχεδόν επιφυή, με δύο στύλους, σπανίως στο ίδιο φυτό με τα αρσενικά που έχουν 15 στήμονες.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Mercurialis > Mercurio, ο θεός Ερμής στα λατινικά.
annuus, a, um = ετήσιος ==> αναφέρεται στην διάρκεια της περιόδου βλάστησης
.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Acinos graveolens

Πάρνηθα 22/06/2011

Ο Άκινος ο βαρύσμος, [Acinos graveolens (M. Bieb.) Link 1822], είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Ετήσιο φυτό, μέτρια διακλαδισμένο, με τριχωτούς βλαστούς, ύψους 4-12 εκ.
Φύλλα οδοντωτά με κοκκινωπές νευρώσεις, τα χαμηλότερα συχνά είναι πορφυρά.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, ξηρά λιβάδια, θαμνώνες, σε υψόμετρα 0-1300 μ.
Στεφάνη 7-10 χιλ. ρόδινη ή μπλε-μοβ.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Acinos > άκινος (και άκονος), φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
gravéolens > grávis βαρύς + oleo μυρίζω, οσφραίνομαι = βαρύοσμος.

«ἄκινος ἢ ἄκονος· πόα ἐστὶ λεπτόκαρφος, στεφανωματική, παραπλήσιος ὠκίμῳ, δασυτέρα δὲ καὶ εὐώδης· παρ' ἐνίοις δὲ καὶ κηπεύεται. ἵστησι δὲ κοιλίαν καὶ ἔμμηνα πινομένη φύγεθλά τε καὶ ἐρυσιπέλατα καταπλασσομένη θεραπεύει».
Διοσκουρίδης



Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Valeriana italica

Γεράνεια 13/04/2013

Η Βαλεριάνα η ιταλική (Valeriana italica Lam. 1791) είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα
Συνώνυμο: Valeriana dioscoridis Sm. 1806
Πολυετές φυτό έως 80 εκ., με βραχύ συμπλεγματώδες ρίζωμα. Φύλλα σε 1-4 ζεύγη και ένα μεγαλύτερο ωοειδές με οδοντωτό λοβό
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές με φρύγανα, εποχιακά υγρές θέσεις, ανοίγματα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-900 (-1300) μ.
Ταξιανθία χαλαρή. Στεφάνη 6-8 mm χοανοειδής με άνθη συνήθως ρόδινα-μοβ μέχρι λευκά.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Valeriana > αφιερωμένο στον Galerio Valerio (Γαλέριο Βαλέριο), σύζυγο της κόρης του Διοκλητιανού = Βαλεριάνα.
italica > Italia.


Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ptilostemon chamaepeuce

Πάρνηθα 19/06/2009

Ο Πτιλοστήμων η χαμεπεύκη [Ptilostemon chamaepeuce (L.) Less. 1832] είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Μικρός χνουδωτός θάμνος με βελοειδή φύλλα, παρόμοια με του πεύκου.
Βιότοπος: Πετρώδεις πλαγιές, σχισμές βράχων, κρημνοί.
Κεφάλια ωοειδή, με φολιδοειδή χνουδωτά βράκτια, οξύληκτα.
Ανθίδια σωληνοειδή, ρόδινα και πιο σπάνια λευκά.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Ptilostemon > πτίλον (φτερό πούπουλο) + στήμων = Πτιλοστήμων.
chamaepeuce > χαμαί + πεύκη - επειδή τα φύλλα του μοιάζουν με του πεύκου = χαμαιπεύκη.


Υμηττός 24/05/2010

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Stachys spruneri

Πατέρας 20/04/2013

Ο Στάχυς του Σπρούνερ (Stachys spruneri Boiss. 1848) είναι ενδημικός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.
Πολυετής φρυγανώδης, πολύκλαδη πόα με ξυλώδη βάση και ανερχόμενους βλαστούς. Φύλλα μυτερά, οδοντωτά με αραιές τρίχες.
Βιότοπος: Πετρώδεις θέσεις και σχισμές βράχων, σε μεσαία υψόμετρα.
Άνθη: λευκά με πορφυρές γραμμώσεις.
Άνθιση: τέλη Μαΐου - Ιούνιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας.

Ετυμολογία:
Stachys > στάχυς (από την διάταξη των ανθέων)
spruneri >  > προς τιμήν του Βαυαρού βοτανικού Wilhelm von Spuner (1805-1874).