ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Salvia viridis

Τουρκοβούνια 20/03/2008 Γαλάτσι

Η Σάλβια η πράσινη (Salvia viridis, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Ετήσιο φυτό, τριχωτό, με ύψος 10-30 (-50) εκ.
Βλαστός όρθιος, απλός, σπάνια διακλαδισμένος.
Φύλλα απλά, ωοειδή, χνουδωτά, ελαφρώς οδοντωτά.
Βιότοπος: αμμώδεις και πετρώδεις θέσεις, παράκτιοι βιότοποι, φρύγανα, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (έως 1100 στην Κρήτη).
Άνθη ρόδινα ή ιώδη σε στάχυ.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Salvia > sálvo θεραπεύω, διασώζω - όνομα που χρησιμοποιεί ο Πλίνιος γαι το φασκόμηλο Salvia officinalis για τις θεραπευτικές του ιδιότητες.
viridis, e = πράσινος, η, ο - από την γενική εμφάνιση του φυτού.




Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Colchicum cupanii subsp. cupanii

Υμηττός 19/11/2010

Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Μερικές συλλογές από την Αττική και την Εύβοια έχουν περιγραφεί ως Colchicum cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy 1906, με επέκταση σε Πελοπόννησο και νησιά Ιονίου

Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii > προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
glossophyllum > γλώσσα + φύλλο.


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Anagallis arvensis

Πάρνηθα 14/04/2016 Μακρυχώραφο

Η Anagallis arvensis L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, παράκτιοι βιότοποι, σε υψόμετρα 0-1200) μ.
Μικρή πόα, όρθια ή κατακείμενη με φύλλα ωοειδή λογχοειδή, αντίθετα, επιφυή, λεία.
Τα γαλάζια-μπλε ή πορτοκαλοκόκκινα άνθη φύονται σε λεπτούς ποδίσκους στις μασχάλες των φύλλων. Η περιφέρεια των πετάλων φέρει μικρά τριχίδια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anagallis > αναγαλλίς (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και το οποίο υποτίθεται ότι καταπολεμούσε την κατάθλιψη)
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Cotinus coggygria

Πάρνηθα 01/11/2007 Μακρυχώραφο

Ο Κότινος ο κοκκύγιος (Cotinus coggygria Scop. 1771) είναι φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο, με κόμη όρθιας μορφής, ύψους 3-4 μ. Τα φύλλα του είναι απλά, ωοειδή έως στρογγυλά. Όταν βγαίνουν την άνοιξη κι όταν πέφτουν το φθινόπωρο έχουν κόκκινο χρώμα.  Τα άνθη του είναι μικρά και λευκά. Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.
Ο Διοσκουρίδης γράφει ότι «κότινος» ήταν όνομα της άγριας ελιάς. Ο Θεόφραστος αναφέρει την κοκκυγέα ως θάμνο, ενίοτε με δενδρώδη μορφή, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.

*** ἀγριελαία, ἣν ἔνιοι κότινον καλοῦσιν, οἱ δὲ Αἰθιοπικὴν ἐλαίαν, ἔχει τὰ φύλλα στυπτικά. λεῖα δὲ καταπλασθέντα ἐφεκτικά ἐστιν ἐρυσιπελάτων (Διοσκουρίδης)

*** Ὅμοιον δ' ἐστὶ τούτοις τὸ φύλλον καὶ τὸ τῆς κοκκυγέας· τὸ δὲ δένδρον μικρόν. ἴδιον δὲ ἔχει τὸ ἐκπαπποῦσθαι τὸν καρπόν· τοῦτο γὰρ οὐδ' ἐφ' ἑνὸς ἀκηκόαμεν ἄλλου δένδρου. ταῦτα μὲν οὖν κοινότερα πλείοσι χώραις καὶ τόποις.(Θεόφραστος)

Ετυμολογία:
Cotinus>  > κότινος (Διοσκουρίδης)
coggygria > κοκκυγέα (Θεόφραστος)


 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Centranthus ruber

Υμηττός 20/04/2011

Ο Κέντρανθος ο ερυθρός (Centranthus ruber (L.) DC. 1805) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Γλαυκοπράσινο φυτό με όρθιους βλαστούς και ύψος 30-80 (-100) εκ.
Φύλλα πλατιά, οξύληκτα με μήκος 12 εκ. Τα κατώτερα έχουν μικρό μίσχο ενώ τα ανώτερα είναι επιφυή.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-900 (-1700) μ.
Άνθη ρόδινα, σωληνοειδή με πεντάλοβη στεφάνη, μακρύ και λεπτό πλήκτρο, που φύονται σε πυκνό κόροιβο.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Centranthus > κέντρο + άνθος - αναφορά στο πλήκτρο του άνθους = Κέντρανθος.
rúber, ra, rum, rus > rúbeo, κοκκινίζω = ερυθρός.


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ophrys aesculapii

Υμηττός 03/04/2011

Η Οφρύς του Ασκληπιού (Ophrys aesculapii, Renz 1928) είναι ενδημική ορχιδέα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, με βορειότερο σημείο την Μαγνησία.
Περιγράφτηκε από την αρχαία Επίδαυρο κοντά στο Ασκληπιείο, γι’ αυτό και της δόθηκε το όνομα του θεού Ασκληπιού.
Βιότοπος: φρυγανότοποι, θαμνώνες, ανοίγματα δασών, ξηρά παραθαλάσσια ενδιαιτήματα, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.000 μ.
Άνθος: Μικρό, σχεδόν σφαιρικό, ακέραιο (ενίοτε τρίλοβο), κοκκινωπό ή καφέ. Θυρεός μπλε ή γαλάζιος σε σχήμα Η (ήτα). Πέταλα και σέπαλα πράσινα.
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
aesculapii > Aesculapius (λατιν.) > Ασκληπιός.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Lotus peregrinus

Αιγάλεω 08/03/2008

Ο Lotus peregrinus L. 1753, είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Μονοετές φυτό μέχρι 50 εκ., χνουδωτό.
Φύλλα αντωοειδή, σφηνοειδή στην βάση.
Χέδρωπας πολύ λίγο κυρτός.
Βιότοπος: αγροί, ελαιώνες, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-600 μ. και περιστασιακά στην Κρήτη 1100 μ.
Ανθίζει Μάρτιο - αρχές Ιουνίου.

Ετυμολογία:
Lotus > λατινική ονομασία ενός είδους τριφυλλιού που αναφέρεται από τον Βιργίλιο.
peregrinus > ξένος, εξωτικός ==> με την έννοια της περιπλάνησης, κάτι που είναι εδώ κι εκεί= περιπλανώμενος, εξωτικός.


Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Crocus laevigatus

Υμηττός 26/10/2013

Ο Κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus, Bory & Chaub. 1832) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας, με πλατιά εξάπλωση στην Αττική. Πήρε το όνομά του από τους χιτώνες του βολβού του που είναι λείοι. Εδώδιμος με γεύση κάστανου.
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 3-4.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, θαμνώνες, φρυγανότοποι, διάκενα πευκοδασών σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι 1500 μέτρα.
Άνθη: με χρωματική ποικιλομορφία, λευκά, μοβ-ρόδινα, λιλά, δίχρωμα, με μία έως τρεις ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Λαιμός κίτρινος.
Στύλος με «στίγματα» κίτρινα ή πορτοκαλί που διαχωρίζονται δενδροειδώς σε πολλά νημάτια. Ανθήρες λευκοί.
Άνθιση: από τον Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
laevigatus > levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος.γ


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Scandix pecten-veneris

Αιγάλεω 08/03/2008

Ο Σκάνδιξ «καθρέφτης της Αφροδίτης» (Scandix pecten-veneris L. 1753) είναι ευρασιατικό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Λαϊκά ονόματα ανάλογα την περιοχή: μυρώνι, σκαντζίκι, τσιλιμονιδιά.
Μικρό φυτό με φύλλα πτεροσχιδή, με λοβούς στενούς. Σέπαλα  απουασιάζοντα. Πέταλα λευκά, πολύ μεγαλύτερα στην έξω πλευρά των ακραίων ανθέων.
Φύεται σε ξηρά λιβάδια, θέσεις με ανθρωπογενή επιβάρυνση, άκρες δρόμων
Άνθιση από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Scandix > σκάνδιξ, φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
pecten-veneris > pecten (λατιν) καθρέφτης + Venus (γενική Veneris) Αφροδίτη = καθρέφτης της Αφροδίτης.

σκάνδιξ· καὶ τοῦτο ἄγριόν ἐστι λάχανον, ὑπόδριμυ καὶ ἔμπικρον, ἐδώδιμον, ἑφθόν τε καὶ ὠμὸν ἐσθιόμενον εὐκοίλιον καὶ εὐστόμαχον, οὐρητικόν. τὸ δὲ ἀφέψημα αὐτοῦ κύστει χρήσιμον καὶ νεφροῖς καὶ ἥπατι πινόμενον. (Διοσκουρίδης)


Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Eryngium amethystinum

Πάρνηθα 14/10/2009

Το Ηρύγγιον το αμέθυστον (Eryngium amethystinum L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός νησιών Αιγάιου.
Πολυετές φυτό με ύψος 20-45 εκ. Φύλλα βάσης δις πτεροσχιδή με τμήματα λογχοειδή αγκαθωτά. Φύλλα βλαστού παρόμοια.
Φύεται σε ξέφωτα δασών, ξηρά λιβάδια, πετρώδεις θέσεις.
Ταξιανθία με άνθη γαλάζια κα βράκτια γαλάχια-βιολετιά
Ανθίζει το καλοκαίρι.

Ετυμολογία:
Eryngium > ηρύγγιον (Θεόφραστος).
amethystinum > αμέθυστος - με το χρώμα που έχει ο λίθος αμέθυστος = αμέθυστον.



Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ecballium elaterium

Πεντέλη 14/10/2009

Το Εκβάλλιον το ελατήριον [Ecballium elaterium (L.) A. Richard 1824] είναι γεώφυτο της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι «σίκυς άγριος».
Τον καρπό του ονομάζει «ελατήριο» («το δε λεγόμενον ελατήριον εκ του καρπού των σικύων») ήδη από την αρχαιότητα ο Διοσκουρίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι το εκχύλισμα του αποτελεί δραστικότατο καθαρτικό φάρμακο.
Το σημερινό λαϊκό του όνομα είναι «πικραγγουριά».
Πρόκειται για έρπουσα πολυετή πόα, σαρκώδη, πολύ αδρότριχη.
Βλαστοί απλωτοί, έρποντες 15-60 εκ. χωρίς έλικες. Φύλλα μακρόμισχα, με έλασμα 4-10 εκ., καρδιοειδή- τριγωνικά, οδοντωτά ή κυματιστά στα χείλη.
Στεφάνη τροχοειδής με 5 λοβούς. Τα άνθη είναι κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, τα αρσενικά σε βότρυ, τα θηλυκά ανά ένα.
Ο καρπός είναι κυλινδρικός ωοειδής μέχρι 5εκ. μήκος, πολύ αδρότριχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η πικραγγουριά διασπείρει τους σπόρους της. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος και με το παραμικρό άγγιγμα σκάει σαν μικρή βόμβα και εκτινάσσει τα σπέρματα μακριά, δηλαδή τα εκβάλλει ως ελατήριο.
Όλα τα μέρη του φυτού, και κυρίως ο καρπός του, είναι τοξικά, περιέχοντας το δηλητήριο «ελατηρίνη».
Κοινό σε χέρσα χωράφια, μπάζα, άκρες δρόμων.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Ecballium > εκβάλλω (βγάζω έξω με δύναμη) - αναφέρεται στην αποβολή με δύναμη των σπερμάτων = Εκβάλλιον
elaterium > ελατήριον - αναφέρεται στην εκτόξευση των σπερμάτων μακριά = ελατήριο.


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Carlina corymbosa subsp. graeca

Πεντέλη 14/10/2009

Η Carlina corymbosa subsp. graeca, (Heldr. & Sartori) Nyman 1879, είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας, με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές άκαμπτο φυτό, διακλαδισμένο, με ύψος έως 70 εκ.
Φύλλα πολύ αγκαθωτά.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ξηρά λιβάδια, άγονες τοποθεσίες, σε υψόμετρα 0-2000 μ.
Κεφάλια μέχρι 3 εκ. σε κορύμβους, με ανθίδια κίτρινα και βράκτια φυλλόμορφα, καστανόξανθα με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει Απρίλιο - Αϋγουστο

Ετυμολογία:
Carlina > γένος αφιερωμένο στο Καρλομάγνο, επειδή υποτίθεται ότι θεράπευσε τον στρατό του από την πανώλη με κάποια καρλίνα.
corymbósus, a, um > κόρυμβος (κορυφή) - επειδή τα άνθη, ανεξάρτητα από το ύψος των ποδίσκων, εμφανίζονται στο ίδιο επίπεδο.
graeca > Grecia


Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Cistus creticus

Πάρνηθα 04/09/2008 Τατόι
καρποί του φυτού 

Ο Κίστος ο κρητικός (Cistus creticus L. 1762 subsp. creticus) είναι μεσογειακό φυτό, με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Θεσσαλίας και ΒΔ Ελλάδας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα «κίσθος», γράφοντας ότι από ένα είδος του παράγεται το λάδανο (λάβδανο).
Από τον κρητικό Κίστο κατ' εξοχήν συλλέγεται το λάδανο. Γράφει σχετικά ο Διοσκουρίδης:
 

«γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον· τὰ φύλλα γὰρ αὐτοῦ νεμόμεναι αἱ αἶγες καὶ οἱ τράγοι τὴν λιπαρίαν ἀναλαμβάνουσι τῷ πώγωνι γνωρίμως καὶ τοῖς μηροῖς προσπλαττομένην διὰ τὸ τυγχάνειν ἰξώδη, ἣν ἀφαιροῦντες ὑλίζουσι καὶ ἀποτίθενται ἀναπλάσσοντες μαγίδας.»

Είναι θάμνος πολύκλαδος με κοντές, λευκές, κολλώδεις τρίχες και φύλλα έμμισχα, αντίθετα, αδενώδη, κυματιστά στα περιθώρια.
Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, θαμνώνες, φρύγανα.
Άνθη μέχρι 6εκ. με σέπαλα κοντά και πέταλα ρόδινα με ιδιαίτερη μορφή, αφού μοιάζουν σαν τσαλακωμένα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρατι στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος.
creticus > Κρήτη.


Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Colchicum cupanii

Μερέντα 18/10/2009

Το Colchicum cupanii Guss. 1827, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην δυτική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, ελαιώνες, λιβάδια και θέσεις με terra rossa, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (1400) μ.
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό. Βολβός 2 εκ. με εξωτερικούς χιτώνες σκούρους καφέ
Φύλλα 3 καλά αναπτυγμένα, επιμήκη, (και γλωσσοειδή), παρόντα κατά την άνθιση.
Περιάνθιο με λεπτό σωλήνα, υπόλευκο. Τέπαλα ρόδινα με σκουρότερες παράλληλες νευρώσεις. Ανθήρες καφέ-μοβ με κίτρινη γύρη
Μερικές συλλογές από την Αττική και την Εύβοια έχουν περιγραφεί ως Colchicum cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy 1906, με επέκταση σε Πελοπόννησο και νησιά Ιονίου

Ανθίζει τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
cupanii > προς τιμήν του Francesco Cupani (1657-1710), Ιταλού βοτανικού.
glossophyllum > γλώσσα + φύλλο.


Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Cyclamen graecum subsp. graecum

Πεντέλη 18/10/2008

Το Κυκλάμινο το ελληνικό (Cyclamen graecum Link. 1834 subsp. graecum) είναι κονδυλώδες φυτό Ελλάδας, Μικράς Ασίας και Κύπρου.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα με εξαίρεση την Πίνδο
Κόνδυλος σφαιρικός με χοντρό και άγριο φλοιό. Ρίζες χοντρές, σαρκώδεις.
Τα φύλλα βγαίνουν προς το τέλος της ανθοφορίας. Είναι μεγάλα, καρδιοειδή, με την κάτω επιφάνειά τους πορφυρή και την επάνω σκουροπράσινη με ανταύγειες ανοιχτοπράσινες ή ασημί και διάφορα σχέδια.
Άνθη ρόδινα σε διάφορες αποχρώσες και στην βάση τους πορφυρά, πολλά, σε μακρύ ποδίσκο, δίχως φύλλα. Τα άνθη γέρνουν προς τα κάτω, ενώ τα πέντε πέταλα (λοβοί της στεφάνης) στρέφονται προς τα πίσω και πάνω. Στην βάση κάθε πέταλου υπάρχουν «ωτιόμορφα εξαρτήματα» (αυτάκια).
Ανθίζει από τον Σεπτέμβριο σε βραχώδεις και πετρώδεις περιοχές, φρυγανότοπους, θαμνώνες, συνήθως σε ηλιόλουστες θέσεις.

*** Στην Ρόδο φύεται το υποείδος anatolicum και στην Κρήτη (νομός Χανίων) το υποείδος candicum, ενδημικά και τα δύο.

Ετυμολογία
Cyclamen > κυκλάμινος > κύκλος - από τους τέλειους κύκλους που κάνουν οι καρποφόροι βλαστοί καιη στεφάνη.
graecum > Graecia (το όνομα της Ελλάδας στα λατινικά) > Γραικός.


Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Sternbergia lutea

Πάρνηθα 05/10/2008

 Η Στερνμπέργκια η κίτρινη [Sternbergia lutea (L.) Ker Gawl. ex Spreng. 1825] είναι μεσογειακό γεώφυτο.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Δυτική Μακεδονία. Ανάλογα με τις περιοχές ονομάζεται κρινάκι, κίτρινο κρινάκι, λαλές, αγριολαλές και αγριόκρινος.
Είναι πολυετής, πόα με βολβοειδές ρίζωμα, φύλλα λογχοειδή, στενόμακρα, ανεπτυγμένα κατά την άνθιση. Ανθίζει το φθινόπωρο. Άνθη κίτρινα, με 6 λογχοειδή τέπαλα μήκους μέχρι 6 εκατοστά. Στην βάση τους έχουν μία μεμβρανώδη σπάθη.Μοιάζει με κρόκο αλλά διαφέρει στους ανθήρες, τους βιότοπους κλπ και άλλωστε ανήκει σε άλλη βοτανική οικογένεια.
Φύεται κυρίως σε πετρώδεις τοποθεσίες. Συχνά καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Ετυμολογία:
Sternbergia, είδος αφιερωμένο στον Caspar (Kaspar) Maria von Sternberg (1761-1838), Βοημό βοτανικό που θεωρείται ιδρυτής του κλάδου της Παλαιοβοτανικής
lutea = κίτρινη.




Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Lactuca viminea

Πάρνηθα 05/10/2008

Η Lactuca viminea (L.) J. Presl & C. Presl 1819 subsp. viminea, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό. Στην Ελλάδα φύεται σε Θράκη, Ανατολική Μακεδονία, Ανατολικό Αιγαίο, Στερεά Ελλάδα.
Διετές, ενίοτε και πολυετές, φυτό.
Βλαστός όρθιος ύψους 35-150 εκ., λυγισμένος στο μεγαλύτερο τμήμα του, διακλαδισμένος και άτριχος.
Τα φύλλα της βάσης σχηματίζουν ρόδακα και είναι επιμήκη, οδοντωτά με πλευρικούς λοβούς και συνήθως αποξηραμένα κατά την άνθιση. Τα ανώτερα είναι γραμμικά, με μικρούς λοβούς, σχεδόν συγχωνευμένα με τους κλάδους.
Βιότοπος: Άγονες και πετρώδεις πλαγιές, ξηρά λιβάδια, αγροί, φρύγανα, σε υψόμετρα 0-800 μ.
Άνθη κίτρινα, μοναχικά ή σε συστάδες κατά μήκος των κλάδων, που ανοίγουν το μεσημέρι.
Ανθίζει Ιούλιο-Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Lactuca > lac, láctis, γάλα - για τον άφθονο λευκό χυμό που έχουν είδη του γένους.
vimineus, a, um > vimen λυγαριά - για τα εύκαμπτους, λυγισμένους βλαστούς.