ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Ophrys oestrifera subsp. oestrifera

Πεντέλη 20/04/2009

Η Οφρύς η οιστροφόρος (Ophrys oestrifera Steven in M. Bieberstein 1808) είναι ευρασιατική ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα εκτός της Κρήτης.
Περιγράφτηκε επιστημονικά το 1808 από την Γεωργία (Ιβηρία) του Καυκάσου.
Συνώνυμα: Ophrys cerastes, Ophrys cornuta.
Ψηλόλιγνο φυτό με ύψος 20-50 εκατοστά.
Βιότοπος: θαμνότοποι, φρυγανότοποι, λιβάδια, αραιά δάση σε υψόμετρα μέχρι 1.800 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, ξανθοκόκκινα, με τριχωτούς πλαϊνούς λοβούς σε σχήμα κέρατος. Θυρεός καφέ ή μπλε με κίτρινο περίγραμμα.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Κοινή στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
oestrifera > oestrus (λατιν.) > οίστρος, αλογόμυιγα + φέρω. 

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Serapias parviflora

Υμηττός 03/04/2011

Η Σεραπιάς η μικρανθής (Serapias parviflora Parlatore 1837) είναι μεσογειακή ορχιδέα. Περιγράφτηκε το 1837 από το Παλέρμο της Σικελίας.
Στην χώρα μας εξαπλώνεται στην Κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά.
Λεπτό φυτό, με ύψος 15-30 εκατοστά. Φύλλα 4-7 στενά, λογχοειδή.
Βιότοπος: λιβάδια, φρύγανα, ελαιώνες, ανοιχτά δάση σε υψόμετρα μέχρι 1.200 μέτρα.
Άνθη: κοκκινωπά, πορτοκαλί, πρασινοκίτρινα.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Serapias > Σεραπιάς, ορχιδέα που ονοματίζει ο Διοσκουρίδης < Σέραπις (και Σάραπις) ελληνοαιγυπτιακός θεός της Ελληνιστικής Εποχής.
parviflora > parvus (μικρός) + flos, floris (άνθος) = μικρανθής.


Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Allium roseum

Μεγαρίδα 20/03/2014

Το γεώφυτο Άλλιο το ρόδινο (Allium roseum, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Αυτό το πολύ όμορφο αγρισόσκορδο έχει 2-5 φύλλα αυλακωτά, λεία, ελαφρά οδοντωτά. Σκιάδιο ημισφαιρικό μέχρι 7εκ. με πολλά (μέχρι 30) ροζ άνθη σε κοντούς ποδίσκους. Οι στήμονες κοντύτεροι από τα τέπαλα. Φύεται σε καλλιέργειες, όρια αγρών, ξέφωτα δασών, λιβάδια. Ανθίζει από τον Μάιο.
Ετυμολογία:
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο).
roseum > rosa ( > ρόδο), τριαντάφυλο = ροδόχρωμο, ρόδινο, ροζ.


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Bolanthus graecus

Κιθαιρώνας 07/07/2013

Ο Βόλανθος ο ελληνικός [(Schreber) Barkoudah 1962] είναι ενδημικός Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, Εύβοιας και Κυκλάδων ( Νάξος, Σίκινος).
Πολυετής πόα, με όρθιους τριχωτούς βλαστούς, ξυλώδεις στη βάση.
Βιότοπος: Πετρώδεις ασβεστολιθικές τοποθεσίες και σάρες, σε υψόμετρα 300-1650 μ.
Άνθη: λευκά με μια γραμμή χρώματος μπορντό.
Άνθιση: τέλη Μαΐου - Ιούλιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Υμηττός, Κιθαιρώνας, Γεράνεια, Πατέρας.
Ετυμολογία:
Bolanthus > βώλος ή βόλος (λόγω του σχήματος στην άκρη του στύλου + άνθος.
graecus = ελληνικός.





Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Allium ampeloprasum

Λεγραινά 28/05/2013

Το γεώφυτο Άλλιο το αμπελόπρασο (Allium ampeloprasum, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Υψηλό φυτό με φύλλα στενά, οδοντωτά. Σκιάδιο σφαιρικό έως 8 εκ. διάμετρο, με πλήθος ροδοκόκκινα άνθη και έντονη μυρωδιά σκόρδου. Φύεται σε άκρες δρόμων, εγκαταλειμμένα χωράφια, υποβαθμισμένα εδάφη. Ανθίζει από τον Μάιο μέχρι το καλοκαίρι.
Ετυμολογία:
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο).
ampeloprasum  > άμπελος + πράσο (άγριο σκόρδο που καλλιεργούσαν στις άκρες αμπελώνων) - αμπελόπρασο



Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Allium pallens

Πάστρα 07/07/2013

Το γεώφυτο Άλλιο το χλωμό (Allium pallens, L. 1762) είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα. Φύεται σε θαμνώνες, φρύγανα, ξηρά λιβάδια. Ονομάστηκε χλωμό από το χρώμα του περιανθίου του. Ανθίζει από τον Μάιο και όλο το καλοκαίρι.
Ετυμολογία:
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο).
pallens > palleo (latin.) ωχριώ =ωχρό, χλωμό.