ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

Quercus coccifera

Πατέρας 23/04/2013

Το πουρνάρι (Quercus coccifera, L. 1753) είναι βασικό συστατικό της μεσογειακής (μακίας και γκαρίγκ) βλάστησης. Συνήθως έχει θαμνώδη μορφή, λόγω της βόσκησης και της ξύλευσης, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα πολύ ανθεκτικό δέντρο και μάλιστα μεγάλων διαστάσεων, πάνω από 15 μέτρα. Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, σε υψόμετρα 0-1200 (1600).
Κοινό ελληνικό όνομα: πουρνάρι
Το πουρνάρι είναι το πιο διαδεδομένο είδος δρυός.
Τα φύλλα του είναι μικρά, αγκαθωτά, πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω πλευρά. Την άνοιξη, όταν είναι νεαρά, έχουν καφετί χρώμα και είναι μαλακά και γλυκά, αποτελώντας βασική τροφή των κατσικιών.
Στα φύλλα του πουρναριού αναπτύσσεται ο «Κόκκος ο βαφικός» (Kermococcus vernmllio), ένα ημίπτερο έντομο που το κηκίδιό του δίνει μια κόκκινη χρωστική, το κρεμέζι ή πρινοκόκκι, εξ ου και coccifera - κοκκοφόρος για το επιστημονικό επίθετο του πουρναριού
Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο.
Ετυμολογία:
Quercus < το λατινικό όνομα της δρυός.
coccifera < coccum > κόκκος + fero φέρω = κοκκοφόρος

«ἔχει δὲ τὴν μήτραν τὰ μὲν μεγάλην καὶ φανεράν, ὡς πρῖνος δρῦς...»
Θεόφραστος

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Pterocephalus plumosus

Πατέρας 12-05-2013

Ο Pterocephalus plumosus [(L.) DC. 1828] είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: ξηρά λιβάδια, άκρες δρόμων, χαλικώδεις θέσεις σε υψόμετρα 0-900 (-1500) μ.
Όρθιο αδενωδώς χνουδωτό φυτό, λίγο διακλαδισμένο, με ύψος 20-50 εκ. 
Άνθιση: Απρίλιος - αρχές Ιουλίου.
Ετυμολογία
Pterocephalus < πτερόν + κεφαλή.
plumosus (λατιν.) < plùma φτερό ==> με όργανα σε σχήμα φτερού.

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Centaurea subsericans

Πατέρας
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Κενταύρια η «υπομεταξωτή» (Centaurea subsericans Halácsy 1912) είναι ενδημικό είδος Αττικής, Βοιωτίας (Ελικώνας), Λακωνίας (Πάρνωνας).
Φυτό με έρποντες βλαστούς. Φύλλα πτεροειδή, ασημοπράσινα, με ελαφρύ μετάξινο τρίχωμα.
Βιότοπος: ξηρά ορεινά λιβάδια και ασβεστολιθικές θέσεις, σε υψόμετρα 800 - 1400 μέτρων
Άνθη: μοβ - ρόδινα.
Άνθιση: από τα μέσα Ιουνίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Πατέρας (απ’ όπου περιγράφτηκε το 1912), Κιθαιρώνας.

Ετυμολογία:
Centaurea > > Centaurus > Κένταυρος (ο Κένταυρος Χείρων ήταν γιατρός και δάσκαλος του Ασκληπιού).
subsericans > sub (υπό, σχεδόν) + sericum (μετάξι) = «υπομεταξωτή».


Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Onosma kaheirei

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Ονόσμα του Ρέχινγκερ (Onosma kaheirei, Teppner 1988 είναι ελληνικό ενδημικό, με περιορισμένη εξάπλωση σε Στερεά Ελλάδα (βουνά της Αττικής), Πελοπόννησο (Παναχαϊκό) και κεντρική Εύβοια.
Το φυτό σχηματίζει χαμηλούς θάμνους με μορφή μαξιλαριού. Έχει ξυλώδη βάση. Γενικά είναι τριχωτό φυτό στα φύλλα και τους κάλυκες. Φύλλα στενά λογχοειδή, με τα περιθώριά τους να γυρίζουν προς τα μέσα.
Βιότοπος: βράχοι, βραχώδεις πλαγιές και ξέφωτα αειθαλών δασών.
Άνθη: σωληνοειδή, σε χρώμα κίτρινο-λεμονί και καλυμμένα με κοντό χνούδι.
Ετυμολογία:
Onosma > Όνος + οσμή. Επειδή η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια)  
kaheirei > από το αρτικόλεξο του ονόματός του Αυστριακού βοτανικού Ρέχινγκερ (Karl Heinz Rechinger)

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Agrostemma githago

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Αγρόστεμμα το κοινό (Agrostemma githago L. 1753) είναι φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ευρώπη (εκτός Ανατολικής), Βόρεια Αφρική, Μικρά Ασία και Μέση Ανατολή.
Είναι ετήσιο ζιζάνιο των καλλιεργήσιμων αγρών, με κόκκινα-μωβ άνθη και δηλητηριώδεις σπόρους Με τις αλλαγές των καλλιεργειών και τον περιορισμό της αρόσιμης γης, έχει γίνει πλέον εξαιρετικά σπάνιο
(Geuter 1997).
Το Αγρόστεμμα έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση ορισμένα νησιά.
Πρόκειται πιθανώς για το φυτό «Αγρία Λυχνίς» που αναφέρει. Στα ελληνικά το διώνυμο αναφέρεται ως «Αγρόστεμμα το κοινό», λόγω της δυσκολίας να μεταγγλωτιστεί η λατινική λέξη gith - githago.
Ανθίζει την άνοιξη σε καλλιέργειες και παλιά χωράφια.
Ετυμολογία:
Agrostemma > αγρός + στέμμα - επειδή ο Λινναίος το θεωρούσε κατάλληλο για να κατασκευάζονται ταινίες και στεφάνια (γιρλάντες) από άνθη.
githago > από το λατινικό όνομα gith (ή git ή gicti) που χρησιμοποιεί ο Πλίνιος για την Nigella sativa - για την ομοιότητα των σπερμάτων.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Asperula baenitzi


Η Ασπερούλα του Baenitz <Asperula baenitzii Heldr. ex Boiss. 1888) είναι τοπικό ενδημικό της Αττικής. Συλλέχτηκε το 1876 από το όρος «Πατέρας» και περιγράφτηκε επιστημονικά το 1888.
Πολυετές φυτό με υπόγειο ρίζωμα, που σχηματίζει μικρές συστάδες.
Βιότοπος: πετρώδη εδάφη και σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, στην ζώνη που αναπτύσσονται τα έλατα.
Φύλλα σε σπονδύλους των 6, ωοειδή έως ελλειπτικά, δερματώδη.
Άνθη: λευκά με κίτρινους ανθήρες.
Άνθιση: από τον Μάιο έως τις αρχές Αυγούστου
Εξάπλωση στην Αττική: Πατέρας (700 - 1100 μ.), Πάρνηθα (1050 -1300 μ.). Υπάρχει αναφορά από το Αιγάλεω, που όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον» (ΕΝ). Τα ώριμα άτομα, με δυνατότητα αναπαραγωγής, υπολογίζονται, μόλις σε 250.

Ετυμολογία:
Asperula > asper, τραχύς, ακατέργαστος στα φύλλα
baenitzii > αφιερωμένο στον Πρώσσο βοτανικό Carl Gabriel Baenitz (1837—1913)


Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Acanthus spinosus

Πατέρας 08-06-2013

Η Άκανθα η ακανθώδης (Acanthus spinosus, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό. Πολυετής πόα με φύλλα αντίθετα, πτεροσχιδή με λοβούς αγκαθωτούς και προεξέχοντα νεύρα που είναι συγκεντρωμένα στη βάση του φυτού όπου σχηματίζουν πυκνό ρόδακα διαμέτρου σχεδόν 50 εκ. Τα άνθη με το λευκό χείλος και τον πορφυρό κάλυκα σχηματίζουν πυκνή ταξιανθία στην κορυφή του βλαστού. Προτιμά πετρώδεις τοποθεσίες, θαμνότοπους και παλιά χωράφια. Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.
Έχει ενδιαφέρον ότι αναφέρεται και μέσα από την Αθήνα το 1856 από τον Θ. Ορφανίδη.
Με το όνομα «άκανθα» ο Θεόφραστος αναφέρει αρκετά φυτά, ανάμεσά τους και ξενικά, με κοινό χαρακτηριστικό τα αγκαθωτά φύλλα. Η Acanthus spinosusς πιθανολογείται ότι είναι η «Άκανθα Κεάνωνος» του Θεόφραστου. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το «ακάνθιον». Όπως έχει γίνει με πολλά φυτά, η αρχαία μυθολογία θέλει την νύμφη Άκανθα νε είναι αγαπημένη του Απόλλωνα, ο οποίος την μεταμόρφωσε τελικά στο ομώνυμο φυτό.
Ετυμολογία:
Acanthus > άκανθος > άκανθα > άκανος, είδος αγκαθιού + άνθος > ρίζα ακ-, μυτερός, αιχμηρός. Φυτό με φύλλα ή άνθη αιχμηρά, βελονοειδή, ακανθώδη.
spinosus > spina (λατιν.), άκανθα, αγκάθι =  ακανθώδης.


Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Alkanna hellenica


Πατέρας

Η Αλκάννα η ελληνική (Alkanna hellenica (Boiss.) Rech. f. 1965) είναι ελληνικό ενδημικό φυτό. Εξαπλώνεται σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εϋβοια και Θεσσαλία.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βράχοι, βραχώδη εδάφη, σε υψόμετρα έως 1400 μ.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Alkanna > από αραβική al-kanne, η ρίζα του χρησιμοποιείται από Άραβες φαρμακοποιούς και για την χρωστική al-henna / από την ισπανική alcana henna (θάμνος), από τη Μεσαιωνική Λατινική αλχανά, από την αραβική al-ḥinnā ' η χέννα.
hellenica > Hellas = ελληνική.


Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Stachys spruneri

Πατέρας 20/04/2013

Ο Στάχυς του Σπρούνερ (Stachys spruneri Boiss. 1848) είναι ενδημικός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.
Πολυετής φρυγανώδης, πολύκλαδη πόα με ξυλώδη βάση και ανερχόμενους βλαστούς. Φύλλα μυτερά, οδοντωτά με αραιές τρίχες.
Βιότοπος: Πετρώδεις θέσεις και σχισμές βράχων, σε μεσαία υψόμετρα.
Άνθη: λευκά με πορφυρές γραμμώσεις.
Άνθιση: τέλη Μαΐου - Ιούνιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας.

Ετυμολογία:
Stachys > στάχυς (από την διάταξη των ανθέων)
spruneri >  > προς τιμήν του Βαυαρού βοτανικού Wilhelm von Spuner (1805-1874).


Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Thymus parnassicus

Πατέρας 08/06/2013

Το θυμάρι του Παρνασσού (Thymus parnassicus, Halácsy 1894), είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε Θράκη, Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία, Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο.
Πολυετές φυτό, 5-10 εκ. με χνουδωτούς ανθοφόρους κλάδους 3-5 εκ.
Φύλλα παράνθια ωοειδή-προμήκη, 3χιλ. πλάτος. Τα άλλα γραμμοειδή, με λευκό τρίχωμα, βλεφαριδωτά 6-10 χιλ.
Βιότοπος: σε πετρώδεις θέσεις στην ορεινή και ορομεσογειακή ζώνη, σε υψόμετρα μέχρι 2200 μ.
Άνθη ρόδινα, ενίοτε λευκά, σε κεφαλοειδείς ταξιανθίες.
Ανθίζει από τον Μάιο

Ετυμολογία:
Thymus > θύμος και θύμος > θύω - από την έντονη μυρωδιά, εξ ου και θυμίαμα = θυμάρι.
parnassicus > Παρνασσός.


Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Scabiosa webbiana

Πατέρας 16/05/2013

Η Scabiosa webbiana D.Don 1823 είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα εκτός Κρήτης και νησιών.
Η περιγραφή του είδους βασίζεται σε λίγα δείγματα από την Θάσο. Μοιάζει πολύ με την Scabiosa ochroleuca.
Συνώνυμο: Scabiosa ochroleuca var. webbiana (D. Don) Boiss.
Βιότοπος: βραχώδεις θέσεις σε χορτολίβαδα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα (100-) 300-2000 μ.
Πολυετές φυτό με ημιξυλώδη βάση, ύψους 30-70 εκ.
Κατώτερα φύλλα λυροειδή, πυκνά, με εριώδες τρίχωμα.
Ανώτερα φύλλα σχισμένα σε γραμμικά τμήματα.
Στεφάνη με χρώμα λευκό-κρεμ. Κάλυκας 2-3 φορές μεγαλύτερος από την στεφάνη με χρώμα σκούρο πορφυρό.
Ανθίζει Μάιο - Σεπτέμβριο.

Ετυμολογία:
Scabiosa > scábies ψώρα - επειδή στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο για την ψώρα = Σκαμπιόζα.
webbianus, a, um > αφιερωμένη στο Άγγλο βοτανικό P.B. Webb (1793-1854), μελετητή της χλωρίδας της Ιβηρικής χερσονήσου.



Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Legousia speculum-veneris

Πατέρας 01/05/2014

Η Legousia speculum-veneris [ (L.) Chaix 1786) είναι ευρωμεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: λιβάδια, διάκενα δασών, δρόμοι σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Ετήσιο φυτό με στέλεχος απλό ή διακλαδισμένο από την βάση, ύψους 10-30 εκ. Άνθη ιώδη-μοβ με ανοιχτόχρωμο κέντρο.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος.

Ετυμολογία:
Legousia < αφιερωμένο στον Benigne Le Gouz de Gerland (1695-1774) Γάλλο ακαδημαϊκό ο οποίος ίδρυσε τον βοτανικό κήπο της Ντιζόν.
speculum-veneris < speculum καθρέφτης + Venus (γεν Veneris) Αφροδίτη = καθρέφτης της Αφορδίτης.

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Malva cretica subsp. cretica

Πατέρας 01/05/2014

Η Malva cretica Cav. 1786, είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: παράκτιες περιοχές, άκρες αγρών, δρόμοι, ελαιώνες, φρύγανα σε υψόμετρα 0-700 (-1100) μ.
Αυτή η μικρή μολόχα έχει βλαστούς τριχωτούς, όρθιους ή κατακείμενους.
Φϋλλα τα κατώτερα είναι σχεδόν κυκλικά, ενώ τα ανώτερα έχουν πολύ στενούς λοβούς.
Άνθη, διαμέτρου έως 2 εκ., ανοιχτορόδινα με σκούρες νευρώσεις.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τον Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Malva > malva (λατιν.). Η μαλάχη των αρχαίων, μολόχα.
cretica > Creta Κρήτη.


Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Rhamnus alaternus

Πατέρας 24/02/2013 Ψάθα

Ο Rhamnus alaternus (L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδας κυρίως σε παραλιακές περιοχές.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, φρύγανα, διάκενα δασών σε υψόμετρα 0-500 μ.
Αειθαλής θάμνος με ύψος 1- 2 (4) μέτρα.
Δίοικο είδος με αρσενική ταξιανθία κυλινδρική με βοτρυοειδή άνθη και θηλυκή ταξιανθία παρόμοια αλλά μικρότερη.
Άνθιση: Μάρτιος - Απρίλιος.
Ετυμολογία:
Rhamnus < ράμνος ==> όνομα που χρησιμοποιούν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς για διάφορους θάμνους.
alaternus < όνομα του ράμνου που αναφέρει ο Πλίνιος.




Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Tripodion tetraphyllum

Πατέρας 01/05/2014

Το Tripodion tetraphyllum (L.) Fourr. είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Συνώνυμο: Anthyllis tetraphylla.
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές θέσεις, φρύγανα, ελαιώνες, ακαλλιέργητοι αγροί, σε υψόμετρα 0-600 (-1000) μ.
Έρπον, μονοετές φυτό, με βλαστούς και φύλλα χνουδωτά-τριχωτά.
Φύλλα πτεροσχιδή με 5 φυλλάρια ή απλά. Το ακραίο φυλλάριο μεγαλύτερο, αντωοειδές
Άνθη σε επιφυείς ταξιανθίες, ανά 1-7. Κάλυκας μεγάλος, τριχωτός, φουσκωτός. Στεφάνη μικρή, κιτρινωπή.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Tripodion > τρις + πους ποδός = Τριπόδιον. 
tetraphyllum > τετράκις + φύλλο = τετράφυλλο.





Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Linaria chalepensis

Πατέρας 23/04/2013

Η Λιναρία η χαλέπιος (Linaria chalepensis (L.) Mill. 1768) είναι φυτό ευρωμεσογειακό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Ετήσιο φυτό με λεπτό βλαστό, ύψους 15-40 ε.κ και στενά ελλειπτικά φύλλα, της βάσης γραμμικά-ελλειπτικά.
Βιότοπος: αγροί, ελαιώνες, περιστασιακά σε φρύγανα και δάση,  σε υψόμετρα 0-800 μ.
Άνθη λευκά κρεμ.
Ανθίζει από τα μέσα Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Linaria > λίνον (Linum latin.), επειδή έχει ίδια φύλλα με το λίνον = Λιναρία.
chalepensis > Aleppo, το Χαλέπι πόλη της Συρίας = χαλέπιος.




Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Cephalanthera longifolia

Πατέρας 23/04/2013

Το Κεφαλάνθηρο το μακρόφυλλο [Cephalanthera longifolia (L.) Fritsch 1888] είναι μια ευρασιατική ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Περιγράφτηκε το 1753 από την Σουηδία.
Λεπτό φυτό με ύψος 15-60 εκατοστά.
Φύλλα 4-12 μακριά, λογχοειδή, πράσινα με έντονες νευρώσεις.
Βιότοπος: ξέφωτα δασών, άκρες δασικών δρόμων, σκιερές θέσεις, σε υψόμετρα μέχρι τα 1800 μέτρα.
Άνθη: λευκά, σχεδόν κλειστά, με πορτοκαλί εσωτερικό, σε αραιή επιμήκη ταξιανθία.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούλιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Κιθαιρώνας.

Ετυμολογία:
Cephalanthera > κεφαλή + ανθήρας - αναφέρεται στο σχήμα των ανθήρων = Κεφαλάνθηρο
longifolia > longus μακρύς, μακρός + folium φύλλο = μακρόφυλλη.


Η εξάπλωση του είδους από το http://www.elisajeanluc.fr/orchidees_nature/cephalanthera/cepha_longifolia.htm

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Origanum onites

Πατέρας 12/05/2013

Το Origanum onites, L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Είναι φρύγανο με βλαστούς όρθιους και φύλλα χνουδωτά, καρδιοειδή, αντίθετα, σε όλο το μήκος του βλαστού, τα κατώτερα με μικρό μίσχο, τα ανώτερα επιφυή.
Είναι μια από τις μορφές της κοινής ρίγανης που συλλέγεται μαζί με το άλλο, λίγο πολύ παρόμοιο είδος (Origanum vulgare), και χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική.
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες και πρανή.
Άνθη λευκά με μεγάλους στήμονες σε πυκνούς κορύμβους.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Η ονομασία του γένους προέρχεται από τα ελληνικά όρος+γανώ (λάμπω, χαίρομαι), ενώ αυτή του επιθέτου πιθανόν αναφέρεται στην ομοιότητα των μπουμπουκιών του φυτού με τις καβαλίνες, τα κόπρανα του όνου (=ονίς στα αρχαία ελληνικά).

Η ρίγανη έχει ξεχωριστή θέση στην ζωή των Ελλήνων από την απώτερη αρχαιότητα. Η ίδια η λέξη ρίγανη είναι πανάρχαια και γι’ αυτό σκοτεινής ετυμολογίας. Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν σαν άρτυμα στη μαγειρική, φάρμακο και συστατικό για αρώματα. Ο Ιππποκράτης το συνιστούσε για οφθαλμικές παθήσεις και στα κρυολογήματα.
Χρησιμοποιούνται τα φύλλα, νωπά ή αποξηραμένα. Η ρίγανη θεωρείται ισχυρό μικροβιοκτόνο και αντιοξειδωτικό βότανο. Είναι ευστόμαχη, διουρητική, εμμηναγωγή και αντισπασμωδική.
Στην ελληνική κουζίνα η αποξηραμένη ρίγανη πρωταγωνιστεί ως άρτυμα. Πολλά φαγητά βραστά, φούρνου και σχάρας γίνονται λαδορίγανη.

Ετυμολογία:
Origanum > όρος + γανώ (λάμπω, χαίρομαι), η χαρά τους βουνού - αναφορά στον φυσικό του βιότοπο. Ορίγανον, ρίγανη
onites > όνος > ονίς.