ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Anagallis arvensis


Η Anagallis arvensis L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, παράκτιοι βιότοποι, σε υψόμετρα 0-1200) μ.
Μικρή πόα, όρθια ή κατακείμενη με φύλλα ωοειδή λογχοειδή, αντίθετα, επιφυή, λεία.
Τα γαλάζια-μπλε ή πορτοκαλοκόκκινα άνθη φύονται σε λεπτούς ποδίσκους στις μασχάλες των φύλλων. Η περιφέρεια των πετάλων φέρει μικρά τριχίδια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anagallis > αναγαλλίς (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και το οποίο υποτίθεται ότι καταπολεμούσε την κατάθλιψη)
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Acanthus spinosus

Πατέρας 08-06-2013

Η Άκανθα η ακανθώδης (Acanthus spinosus, L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό. Πολυετής πόα με φύλλα αντίθετα, πτεροσχιδή με λοβούς αγκαθωτούς και προεξέχοντα νεύρα που είναι συγκεντρωμένα στη βάση του φυτού όπου σχηματίζουν πυκνό ρόδακα διαμέτρου σχεδόν 50 εκ. Τα άνθη με το λευκό χείλος και τον πορφυρό κάλυκα σχηματίζουν πυκνή ταξιανθία στην κορυφή του βλαστού. Προτιμά πετρώδεις τοποθεσίες, θαμνότοπους και παλιά χωράφια. Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.
Έχει ενδιαφέρον ότι αναφέρεται και μέσα από την Αθήνα το 1856 από τον Θ. Ορφανίδη.
Με το όνομα «άκανθα» ο Θεόφραστος αναφέρει αρκετά φυτά, ανάμεσά τους και ξενικά, με κοινό χαρακτηριστικό τα αγκαθωτά φύλλα. Η Acanthus spinosusς πιθανολογείται ότι είναι η «Άκανθα Κεάνωνος» του Θεόφραστου. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το «ακάνθιον». Όπως έχει γίνει με πολλά φυτά, η αρχαία μυθολογία θέλει την νύμφη Άκανθα νε είναι αγαπημένη του Απόλλωνα, ο οποίος την μεταμόρφωσε τελικά στο ομώνυμο φυτό.
Ετυμολογία:
Acanthus > άκανθος > άκανθα > άκανος, είδος αγκαθιού + άνθος > ρίζα ακ-, μυτερός, αιχμηρός. Φυτό με φύλλα ή άνθη αιχμηρά, βελονοειδή, ακανθώδη.
spinosus > spina (λατιν.), άκανθα, αγκάθι =  ακανθώδης.


Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Alkanna hellenica


Πατέρας

Η Αλκάννα η ελληνική (Alkanna hellenica (Boiss.) Rech. f. 1965) είναι ελληνικό ενδημικό φυτό. Εξαπλώνεται σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εϋβοια και Θεσσαλία.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βράχοι, βραχώδη εδάφη, σε υψόμετρα έως 1400 μ.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Alkanna > από αραβική al-kanne, η ρίζα του χρησιμοποιείται από Άραβες φαρμακοποιούς και για την χρωστική al-henna / από την ισπανική alcana henna (θάμνος), από τη Μεσαιωνική Λατινική αλχανά, από την αραβική al-ḥinnā ' η χέννα.
hellenica > Hellas = ελληνική.


Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Gagea peduncularis

όρος Αιγάλεω

Η Gagea peduncularis [(C. Presl) Pascher 1904]) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός της Εύβοιας και της Βόρειας Πίνδου.
Βιότοπος: θαμνότοποι, φρύγανα, ανοιχτές πετρώδεις τοποθεσίες σε υψόμετρα 0 -1100 (-1500) μ.
Μικρό, πολυετές, χνουδωτό φυτό με κοντούς βλαστούς.
Τα ανώτερα φύλλα λογχοειδή, τα κατώτερα που είναι πάντα 2 είναι γραμμοειδή αυλακωτά.
Άνθη κίτρινα, πρασινωπά στην έξω πλευρά, μονήρη με διάμετρο μέχρι 2,5εκ.
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Gagea  > προς τιμήν του άγγλου φυσιοδίφη Thomas Gage (1781 - 1820.
peduncularis = έμμισχος.


Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Erysimum corinthium



Το Ερύσιμο το κορινθιακό [Erysimum corinthium (Boiss) Wettst. 1889] είναι ενδημικό Αττικής, Νότιας και Ανατολικής Πελοποννήσου, Κυθήρων.
Συλλέχθηκε το 1842 από την Ακροκόρινθο και περιγράφτηκε επιστημονικά το 1889.
Χαμηλός θάμνος με όρθιους διακλαδιζόμενους βλαστούς και μακρόστενα μυτερά φύλλα.
Βιότοπος: βράχοι, βραχώδεις τοποθεσίες, παρυφές βράχων με χώμα, κοντά στην θάλασσα.
Άνθη: Κίτρινα, μεγάλα, εύοσμα.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος
Εξάπλωση στην Αττική: βόρειες παραθαλάσσιες περιοχές του Πατέρα και των Γερανείων (ακρωτήριο Μελαγκάβι), παραθαλάσσιες θέσεις στο Πόρτο Ράφτη.

Ετυμολογία:
Erysimum > Ερύσιμον, φυτό που αναφέρει ο Θεόφραστος < ερύω (=προστατεύω) --> ερυσίπτολις (=επίθετο της Αθηνάς ως προστάτισσας της πόλης των Αθηνών)
corinthium > Κόρινθος.


Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Fritillaria obliqua


Η Φριτιλάρια η πλαγία (Fritillaria obliqua Ker-Gawler 1805) είναι ενδημική Αττικής και Εύβοιας.
Περιγράφτηκε από τα Τουρκοβούνια του Λεκανοπεδίου Αθηνών.
Παλαιογεωγραφικό πολυετές βολβώδες φυτό. Φύλλα 8-13, γλαυκά, λογχοειδή. Άνθη 1-3, εύοσμα.
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές θέσεις με φρύγανα και αραιή θαμνώδη βλάστηση, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1000 μέτρα.
Άνθη: κωνικά, καμπανοειδή, με τμήματα μαύρα, γλαυκά στο εξωτερικό.
Άνθιση: αρχές Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Τουρκοβούνια, Πάρνηθα, Καπανδρίτι, Πεντέλη, Λίμνη Μαραθώνα, Σχινιάς.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Σχεδόν Απειλούμενο» (ΝΤ).

Ετυμολογία:
Fritillaria > fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
obliquus, -a, -um = πλάγιος, λοξός - για την πλάγια θέση των ανθέων στον βλαστό
.

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Consolida tuntasiana

Κιθαιρώνας

Η Κονσολίντα του Τούντα [Consolida tuntasiana (Halácsy) Soó 1922] είναι ενδημική της Νότιας Ελλάδας, γνωστή από τα όρη Γεράνεια, Κιθαιρώνας, Ελικώνας και Πατέρας της Στερεάς Ελλάδα και τα όρη Αραχναίο και Κουλοχέρα της Πελοποννήσου. Περιγράφτηκε από τα Γεράνεια.
Μικρό, μονοετές είδος, με ύψος 5-15 εκ.
Βλαστός όρθιος, απλός ή με λίγες διακλαδώσεις στην βάση του, αραιά τριχωτός.
Βιότοπος: πετρώδεις και βραχώδεις πλαγιές, διάκενα δασών με έλατα, σάρες και χαλικώδη μέρη.
Άνθη 2 -6 πορφυρά - ιώδη.
Ανθίζει Μάιο μέχρι αρχές Ιουνίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Κιθαιρώνας, Πατέρας.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον» (ΕΝ).

Ετυμολογία:
Consolida > consolido (λατιν.) σταθεροποιώ, ενοποιώ > consolida λατινικό όνομα φυτού, του οποίου οι φαρμακευτικές ιδιότητες υποτίθεται ότι θεράπευαν τις πληγές.
tuntasiana > αφιερωμένη στο Έλληνα βοτανικό Βασίλειο Τούντα.


Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Calendula arvensis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Calendula arvensis (Vaill.) L. 1763, είναι ευρωμεσογειακό είδος με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινό φυτό με ύψος έως 30 εκ.
Φύλλα λογχοειδή, συχνά ελαφρώς οδοντωτά, τα κατώτερα έμμισχα. νεφροειδή, οδοντωτά.
Βιότοπος: χωράφια σε αγρανάπαυση, ελαιώνες, δρόμοι, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Κεφάλια μέχρι 2 εκ., με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Calendula > calendae, πρωτομηνιά στο ρωμαϊκό ημερολόγιο - υπαινιγμός για την ανθοφορία που διαρκεί μεγάλο διάστημα.
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Από τα άνθη της καλέντουλας παράγεται αιθέριο έλαιο, πλούσιο σε καροτίνες, που χρησιμοποείται στη θεραπεία πληγών και εγκαυμάτων. Στην ιατρική χρησιμοποιείται για τις εμμηναγωγές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της. Στην λαϊκή ιατρική η χρήση της είναι απολυμαντική, αντισηπτική και επουλωτική των πληγών. Παλιά χρησιμοποιούσαν τα πορτοκαλοκίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια των λουλουδιών της για να νοθεύουν το σαφράν του κρόκου. Στην μαγειρική τα αποξηραμένα και τριμμένα ανθίδια της χρωματίζουν τυριά, σούπες, πιλάφια, μακαρονάδες, κοτόπουλο, γι’ αυτό και θεωρείται το «σαφράν των φτωχών».

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Bellevalia hyacinthoides

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Μπελεβάλια η υακινθοειδής [Bellevalia hyacinthoides (Bertol.) K. Persson & Wendelbo 1979] είναι βολβώδες φυτό, ενδημικό της Ελλάδας.
Φύλλα λογχοειδή, μεγαλύτερα του βλαστού. Φυτό σχετικά κοντό, με 1-4 βλαστούς μήκους 5-18 εκατοστών.
Βιότοπος: ξηρές πετρώδεις θέσεις με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, σε παρυφές καλλιεργημένων περιοχών, σε ελαιώνες και ακαλλιέργητους αγρούς, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.000 μέτρα.
Άνθη: κωδωνοειδή, γαλάζια, εύοσμα σε πυκνή ταξιανθία.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Πατέρας, Αγία Μαρίνα Γραμματικού.

Ετυμολογία:
Bellevalia > γένος αφιερωμένο στον Richer de Belleval (1564-1602), ιδρυτή του Βοτανικού Κήπου του Μονπελιέ.
hyacinthoides > υάκινθος + είδος = υακινθοειδής.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Colchicum soboliferum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Colchicum soboliferum [(C.A.Mey.) Stef. 1926] είναι κολχικό της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Στην Ελλάδα είναι ένα σπάνιο φυτό, που φύεται σε λίγες θέσεις στην λιμνοθάλασσα του Ωρωπού στην Αττική, την Χαλκιδική, τις λίμνες Πετρών και Βεγορίτιδα στην Μακεδονία, τη Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης, στο Πλωμάρι της Λέσβου.
Φύεται σε υγρές τοποθεσίες και αμμώδεις θέσεις.
Άνθη λευκά με μοβ απολήξεις.
Έχει χειμωνιάτικη άνθιση.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Τρωτό» (VU).

Ετυμολογία:
Colchicum > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής
Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
soboliferum > sóboles & sυboles υπόφυση, παραφυάδα + fero φέρω.

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Crocus nivalis (Crocus atticus)

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Κρόκος του χιονιού (Crocus nivalis, Bory & Chaub. 1832) περιγράφτηκε από τον Ταΰγετο to 1832.
Το 1850 περιγράφτηκε από την Αττική ο παρόμοιος Crocus atticus, (Boiss. & Orph.s 1850), ο οποίος υποβιβάστηκε το 1982 σε υποείδος του Κρόκου του Ζήμπερ (Crocus sieberi subsp. atticus, B. Mathew 1982).
Η τελευταία ταξινόμηση (Vascular plants of Greece, an annotated checklist, 2013) θεωρεί τον Κρόκο τον αττικό συνώνυμο του Crocus nivalis, που έχει ευρεία
εξάπλωση, από την Πελοπόννησο μέχρι την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Βέβαια, παρότι ονομάζεται χιονώδης (nivalis) στην Αττική ανθίζει (και) σε χαμηλά υψόμετρα.
Φύλλα 3-5, με ανοιχτόχρωμη ρίγα στο μέσον.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, ορεινά λιβάδια και ξέφωτα, ανοιχτά δάση κωνοφόρων.
Άνθη: ρόδινα, λιλά, μοβ με λεπτές σκούρες νευρώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Φάρυγγας κίτρινος. Στύλος με τρεις διακλαδώσεις ακέραιες, πορτοκαλί, με πλατειά κορυφή. Ανθήρες κίτρινοι.
Άνθιση: Δεκέμβριος - Απρίλιος σε υψόμετρα 400 - 1300 μ.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα, Γραμματικό.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
nivalis > nix (nivis) χιόνι = χιονώδης, του χιονιού, επειδή αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα.