ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Κρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus)

Τουρκοβούνια 09/11/2012

Ο Κρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus, Herbert 1843) είναι ενδημικόε Αττικής, Κυκλάδων, Δυτικής Κρήτης. Είναι ο άγριος πρόγονος τ ου καλλιεργήσιμου κρόκου,
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 7-12. Στύλος με μεγάλες κόκκινες διακλαδώσεις, που κρέμονται έξω από το περιάνθιο. Ανθήρες κίτρινοι
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι μέσα υψόμετρα.
Άνθη: συνήθως μοβ με σκούρες νευρώσεις αλλά και λευκά με μοβ νευρώσεις. Είναι αρωματικά και δεν κλείνουν την νύχτα.
Άνθιση: Οκτώβριος - Δεκέμβριος
Εξάπλωση στην Αττική: Υμηττός, Λαυρεωτική, Πάνειον όρος Κερατέας, λόφοι Μεσογείων, Αίγινα, Σαλαμίνα, Πάστρα, Τουρκοβούνια, Βουλιαγμένη, Βουρκάρι Μεγάρων...

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
cartwrighitianus > αφιερωμένο στον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Cartwrihgt που συνέλεξε το φυτό από την Τήνο = του Καρτράιτ.




Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ecballium elaterium / Εκβάλλιο το ελατήριο (πικραγγουριά)


Τουρκοβούνια, 05/11/2012 Περισσός

Το Εκβάλλιον το ελατήριον [Ecballium elaterium (L.) A. Richard 1824] είναι γεώφυτο της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι «σίκυς άγριος».
Τον καρπό του ονομάζει «ελατήριο» («το δε λεγόμενον ελατήριον εκ του καρπού των σικύων») ήδη από την αρχαιότητα ο Διοσκουρίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι το εκχύλισμα του αποτελεί δραστικότατο καθαρτικό φάρμακο.
Το σημερινό λαϊκό του όνομα είναι «πικραγγουριά».
Πρόκειται για έρπουσα πολυετή πόα, σαρκώδη, πολύ αδρότριχη.
Βλαστοί απλωτοί, έρποντες 15-60 εκ. χωρίς έλικες. Φύλλα μακρόμισχα, με έλασμα 4-10 εκ., καρδιοειδή- τριγωνικά, οδοντωτά ή κυματιστά στα χείλη.
Στεφάνη τροχοειδής με 5 λοβούς. Τα άνθη είναι κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, τα αρσενικά σε βότρυ, τα θηλυκά ανά ένα.
Ο καρπός είναι κυλινδρικός ωοειδής μέχρι 5εκ. μήκος, πολύ αδρότριχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η πικραγγουριά διασπείρει τους σπόρους της. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος και με το παραμικρό άγγιγμα σκάει σαν μικρή βόμβα και εκτινάσσει τα σπέρματα μακριά, δηλαδή τα εκβάλλει ως ελατήριο.
Όλα τα μέρη του φυτού, και κυρίως ο καρπός του, είναι τοξικά, περιέχοντας το δηλητήριο «ελατηρίνη».
Κοινό σε χέρσα χωράφια, μπάζα, άκρες δρόμων.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Ecballium > εκβάλλω (βγάζω έξω με δύναμη) - αναφέρεται στην αποβολή με δύναμη των σπερμάτων = Εκβάλλιον
elaterium > ελατήριον - αναφέρεται στην εκτόξευση των σπερμάτων μακριά = ελατήριο.
Τουρκοβούνια, 25/10/2007 Γαλάτσι

Τουρκοβούνια, 13/10/2007 Γαλάτσι

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Eryngium amethystinum

Πάρνηθα 22/07/2012

Το Ηρύγγιον το αμέθυστον (Eryngium amethystinum L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός νησιών Αιγάιου.
Πολυετές φυτό με ύψος 20-45 εκ. Φύλλα βάσης δις πτεροσχιδή με τμήματα λογχοειδή αγκαθωτά. Φύλλα βλαστού παρόμοια.
Φύεται σε ξέφωτα δασών, ξηρά λιβάδια, πετρώδεις θέσεις.
Ταξιανθία με άνθη γαλάζια κα βράκτια γαλάχια-βιολετιά
Ανθίζει το καλοκαίρι.

Ετυμολογία:
Eryngium > ηρύγγιον (Θεόφραστος).
amethystinum > αμέθυστος - με το χρώμα που έχει ο λίθος αμέθυστος = αμέθυστον.


Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Crepis incana

Πάρνηθα 22/07/2012

Η Κρηπίς η πολιά - λευκότριχη (Crepis incana Sm. 1813) είναι ενδημικό της Νότιας και της Νοτιοανατολικής Ελλάδας (Μαίναλο, Ερύμανθος, Χελμός, Δίρφυς, Παρνασσός).
Πολυετής πόα με κοντούς βλαστούς. Βλαστοί, έως 20 εκ., με διχοτομικές διακλαδώσεις ιδιαίτερα κοντά στην βάση τους.
Ρόδακες φύλλων που δημιουργούνται από ένα διακλαδισμένο υπόγειο σύστημα.
Φύλλα πτεροσχιδή, χνουδωτά με πυκνές κοντές γκρι ή άσπρες τρίχες, με λογχοειδή οδοντωτά πλάγια τμήματα.
Βιότοπος: ορεινές βραχώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 1000-2400 μ..
Άνθη: Κεφάλια 1-2, ωοειδή, κωδωνοειδή, με γλωσσίδια ρόδινα.
Άνθιση: Μάιος - Αύγουστος.

*** Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Γεράνεια, Κιθαιρώνας


Ετυμολογία:
Crepis > κρηπίς - επειδή η ρίζα του φυτού εισχωρεί βαθιά και σχηματίζει βάση (κρηπίδα), όπως αναφέρει ο Θεόφραστος
incana > πολιά, λευκότριχη
.





Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Cephalanthera rubra

 Πάρνηθα 13/06/2012 περιοχή Μόλα

To Κεφαλάνθηρο το ερυθρό [Cephalanthera rubra (L.) Rich. 1817] είναι μία ευρασιατική ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη. Περιγράφτηκε το 1767 από την Ιένα της Γερμανίας.
Λεπτό φυτό με ύψος 15-40 εκατοστά. Φύλλα 2-10 επιμήκη.
Βιότοπος: ξέφωτα δασών, άκρες δασικών δρόμων, σκιερές θέσεις, σε υψόμετρα μέχρι 2000 μέτρα.
Άνθη: μεγάλα, ροζ, με μυτερά πέταλα.
Άνθιση: Μάιος - Ιούλιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα.

Ετυμολογία:
Cephalanthera > κεφαλή + ανθήρας - αναφέρεται στο σχήμα των ανθήρων = Κεφαλάνθηρο
rubrus, -a, -um > ruber ερυθρός.
 
Μετόχι 02/06/2011 Πάρνηθα


 Πάρνηθα 01/06/2010 Μετόχι


 

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Goniolimon sartorii

Βραυρώνα 13/05/2012 Χαμολιά

Ο Γωνιολίμον του Σαρτόρι (Goniolimon sartorii Boiss. 1859) είναι ενδημικό της Ελλάδας (Αττική, Νότια Εύβοια, Κυκλάδες, Λήμνος)
Φυτό των παραλιακών τοποθεσιών με βλαστούς που καλύπτονται με υπόλευκες τρίχες. Φύλλα τριχωτά οξύληκτα.
Βιότοπος: πετρώδεις παραθαλάσσιες θέσεις.
Άνθη: απαλό ροζ.
Άνθιση: Μάρτιος - Απρίλιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Βραυρώνα, Λαυρεωτική.

Ετυμολογία
Goniolimon> γωνία + limon (λεμόνι) = Γωνιολίμον
sartorii > αφιερωμένο στο Γερμανό βοτανικό και φαρμακοποιό του Όθωνα Σαρτόρι (Joseph Sartori 1809-1885) ερευνητή της ελληνικής χλωρίδας.








Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Fumaria officinalis

Πεντέλη 10/04/2011

Η Fumaria officinalis L. 1753, είναι παλαιογεωγραφικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινή ονομασία: καπνόχορτο.
Βιότοπος: καλλιεργημένοι και ακαλλιέργητοι αγροί, ελαιώνες, πετρώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 0-800 (-1200) μ.
Φυτό διακλαδισμένο.
Φύλλα πολυσχιδή με στενούς λοβούς.
Άνθη λευκορόδινα με σκούρα χείλη και το πάνω πέταλο να καταλήγει σε μακρύ πλήκτρο
Σέπαλα λογχοειδή πιο στενά από τον σωλήνα.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Fumaria > fúmus καπνός ==> από την οσμή καπνού που αναδίδουν τα φύλλα.
officinalis > offícina, μεσαιωνικό εργαστήριο για παρακευή φαρμάκων και αρωμάτων = φαρμακευτικό.




Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Neotinea tridentata

Πάρνηθα 22/04/2012 Μετόχι

Η Νεοτινέα η τρίδοντη [Neotinea tridentata (Scopoli 1772) R. M. Bateman, Pridgeon & M.W.Chase 1997] είναι ευρωπαϊκή ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Περιγράφτηκε το 1772 από την Σλοβενία.
Λεπτό φυτό, με ύψος 15-45 εκατοστά. Φύλλα 4-10 λογχοειδή.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, χωράφια, ορεινά λιβάδια μέχρι 1.600 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα, οδοντωτά, ροζ με σκούρες ροζ κηλίδες.
Άνθιση: Μάρτιος - Ιούνιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός, Μεσόγεια, Γραμματικό, Πατέρας...

Συνώνυμο: Orchis tridentata, Scop. 1772.

Ετυμολογία:
Neotinea > νέο + Tineo, γένος στις ορχιδέες  αφιερωμένο στον Ιταλό βοτανικό (νέο) Vincenzo Tineo (1791-1856), γιό του (παλαιού) βοτανικού Giuseppe Tineo (1757-1812) ιδρυτή του βοτανικού κήπου του Παλέρμο στην Σικελία.
tridentatus a, um > tres τρις + dens γεν. dentis δόντι = τρίδοντη.


Πάρνηθα 27/03/2010 Μετόχι



 Αγία Μαρίνα 01/04/2008 Ανατολική Αττική

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Moraea sisyrinchium (Gynandriris sisyrinchium)

Μακρυχώραφο 11/04/2008 Πάρνηθα

Η Moraea sisyrinchium (L.) Ker Gawl. 1804, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, ελαιώνες, βραχώδεις πειοχές, σε υψόμετρα 0-600 (-1100) μ.
Συνώνυμο: Gynandriris sisyrinchium (L.) Parl. 1854
Πολυετές γεώφυτο.
Βλαστοί όρθιοι με 1-6 άνθη.
Φύλλα βελονοειδή, αυλακωτά με μήκος έως 50 εκ.
Άνθη γαλάζια, με διάμετρο έως 5 εκ. και μικρή διάρκεια ζωής. Τα εξωτερικά τμήματα του περιανθίου φέρουν λευκή κηλίδα με ιώδη στίγματα
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Moraea > το 1758 ο Σκωτσέζος βοτανικός Philip Miller αφιέρωσε το όνομα του γένους Morea στον Robert More (1703-1780), Άγγλο ερασιτέχνη βοτανικό. Όμως ο Λινναίος (Linnaeus) αργότερα άλλαξε το όνομα σε Moraea, συσχετίζοντάς το με το επώνυμο του
πεθερού του Johan Moraeus.
sisyrinchium  > σισυρίγχιoν, όνομα φυτού με γλυκό βολβό που αναφέρεται από τον Θεόφραστο.
Gynandriris > γυνή + ανήρ ανδρός ==> επειδή τα θηλυκά και αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα του φυτού είναι ενωμένα.

«ἴδιον δὲ τοῦ σισυριγχίου τὸ τῆς ῥίζης αὐξάνεσθαι τὸ κάτω πρῶτον, ὃ καλοῦσι...»
Θεόφραστος


Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Teucrium divaricatum

Πάρνηθα 31/05/2011

Το Τεύκριο το απλωτό (Teucrium divaricatum Sieber ex Heldr. 1857), είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός Πίνδου Και Δυτικής Μακεδονίας.
Πολυετές, διακλαδισμένο φρύγανο με αποξυλωμένους, απαλά χνουδωτούς βλαστούς και φύλλα ωοειδή, οδοντωτά με σφηνοειδή βάση. Κάλυκας κοκκινοκαφετί, σωληνοειδής, οδοντωτός, τριχωτός.
Βιότοπος: βραχώδεις τοποθεσίες, πρανή, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-800 (-1500)μ.
Άνθη ρόδινα με τριχωτό σωλήνα μακρύτερο από τον κάλυκα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελούν οι μεγάλοι στήμονες, καθώς και ο έντονα αναδιπλωμένος μεσαίος λοβός του κάτω χείλους.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Teucrium > τεύκριον, φυτό που αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη.
divaricatus, a, um > divarico απλώνω, ξεδιπλώνω = απλωτό.






Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Ophrys speculum


Γραμματικό 08/04/2012

Η Οφρύς η κατοπτρική (Ophrys speculum, Link 1800) είναι μεσογειακή ορχιδέα. Στην χώρα μας εξαπλώνεται στην Κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά. Περιγράφτηκε το 1800 από την Πορτογαλία.
Συνώνυμα: Ophrys ciliata, Ophrys vernixia
Κοντό φυτό με ύψος 5-25 εκατοστά.
Βιότοπος: φρυγανότοποι, θαμνώνες, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια, λιβάδια σε υψόμετρα έως 1,200 μέτρα.
Άνθος: Τρίλοβα με τριχωτή καφέ περιφέρεια. Σέπαλα ανοιχτό καφέ με καφεκόκκινες γραμμές. Θυρεός γαλάζιος, γυαλιστερός.
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.
Στην Αττική φύεται κυρίως στην ανατολική περιοχή, απέναντι από την Εύβοια.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας
speculum > speculum (λατιν.) καθρέφτης, κάτοπτρο - κατοπτρική από την ανακλαστική επιφάνεια του χείλους.


Γραμματικό 08/04/2012



Ωρωπός 19/03/2008
 



Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Ophrys tenthredinifera

Υμηττός18/03/2012

Η Οφρύς η σφηκάφερη (Ophrys tenthredinifera, Willdenow 1805) είναι μεσογειακή ορχιδέα.
Περιγράφτηκε το 1805 από την Αλγερία. Στην Ελλάδα αξεπλώνεται στην δυτική, νότια και νησιωτική χώρα.
Πολύμορφο είδος με μεγάλη ποικιλομορφία.
Εύρωστο φυτό με ύψος 10-30 εκατοστά, σε αραιή ταξιανθία.
Βιότοπος: φρυγανότοποι, θαμνώνες, ακαλλιέργητα χωράφια, ανοίγματα δασών σε υψόμετρα έως 1.800 μέτρα.
Άνθη: ακέραια, συνήθως με δύο πλαϊνά εξογκώματα, με χρώμα κίτρινο και καφέ, γαλαζωπό θυρεό και κόκκινη στιγματική κοιλότητα. Πέταλα τριγωνικά ροζ. Σέπαλα ροζ, μεγάλα, φαρδιά, στρογγυλεμένα.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας 
tenthredinifera > τενθρηδών και τενθρήνη, αρχαιοελληνικά ονόματα άγριων μελισσών & σφηκών που κάνουν φωλιές μέσα στην γη + φέρω = η φέρουσα τενθρηδώνα από τον θυρεό του άνθους, η σφηκάφερη.



Anas platyrhynchos πρασινοκέφαλη πάπια

Σχινιάς 25/02/2012



Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Romulea linaresii subsp. graeca

Υμηττός 24/02/2012

Η Romulea linaresii Parlatore subsp. graeca Bég. 1907, είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: εποχικά λιμνία, λιβάδια, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-1200 μ.
Βολβώδες φυτό με μικρό βλαστό, που ανυψώνεται ελαφρώς πάνω από το έδαφος.
Άνθη με οξείες άκρες, πορφυροϊώδη, με σκουρότερες νευρώσεις. Ανθήρες σε φωτεινό κίτρινο. Στίγματα μικρότερα από τους ανθήρες
Ανθίζει Φεβρουάριο - Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Romulea > αφιερωμένο στον Romulus (Ρωμύλο), ιδρυτή της Ρώμης = Ρομουλέα.
linaresii > είδος που αφιέρωσε ο Filippo Parlatore στον κοντινό φίλο του Vincenzo Linares (1804-1847), Σικελό δημοσιογράφο και συγγραφέα.
graeca > Crecia = γραική.


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Euphorbia apios

Πάρνηθα 03/03/2012

Η Ευφορβία η άπιος (Euphorbia apios L. 1753) είναι μεσογειακό γέωφυτο, με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Συνώνυμο: Euphorbia anthula, Lavrent. & Papan.
Φυτό πολυετές, με μεγάλο κόνδυλο στο ριζικό του σύστημα που παράγει ένα μόνο στέλεχος, το οποίο χωρίζεται πάνω από το έδαφος σε διάφορους κλάδους 10-25 εκ.
Φύλλα επιμήκη, αραιά τριχοειδή, φυλλοβόλα τουλάχιστον στο άνω τρίτο.
Σπέρματα 2,4 χιλ. γυαλιστερά, σκούρα καφέ, ημισφαιρικά.
Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές, ανοίγματα δασών, σε υψόμετρα 0-800 (-1800) μ.
Ανθίζει από τα τέλη Φερβουαρίου.

Ετυμολογία:
Euphorbia > ευ (καλώς) + φέρβω (τρέφω, βοσκω) και φορβή (τροφή, βοσκή) [2] Σύμφωνα με τον Πλίνιο, από το γιατρό Εϋφορβο που ανακάλυψε τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού. [3] Σύμφωνα με τον Treccani από το λατινικό euphorbium, που προέρχεται από το ελληνικό «ευφόρβιον».
apios > άπιος (αχλάδι), από το σχήμα των κονδύλων = άπιος.




Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Κρόκοι στο χιόνι της Πάρνηθας

Πάρνηθα 03/03/2012

Ο Κρόκος του χιονιού (Crocus nivalis, Bory & Chaub. 1832) περιγράφτηκε από τον Ταΰγετο to 1832.
Το 1850 περιγράφτηκε από την Αττική ο παρόμοιος Crocus atticus, (Boiss. & Orph.s 1850), ο οποίος υποβιβάστηκε το 1982 σε υποείδος του Κρόκου του Ζήμπερ (Crocus sieberi subsp. atticus, B. Mathew 1982).
Η τελευταία ταξινόμηση (Vascular plants of Greece, an annotated checklist, 2013) θεωρεί τον Κρόκο τον αττικό συνώνυμο του Crocus nivalis, που έχει ευρεία
εξάπλωση, από την Πελοπόννησο μέχρι την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Βέβαια, παρότι ονομάζεται χιονώδης (nivalis) στην Αττική ανθίζει (και) σε χαμηλά υψόμετρα.
Φύλλα 3-5, με ανοιχτόχρωμη ρίγα στο μέσον.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, ορεινά λιβάδια και ξέφωτα, ανοιχτά δάση κωνοφόρων.
Άνθη: ρόδινα, λιλά, μοβ με λεπτές σκούρες νευρώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Φάρυγγας κίτρινος. Στύλος με τρεις διακλαδώσεις ακέραιες, πορτοκαλί, με πλατειά κορυφή. Ανθήρες κίτρινοι.
Άνθιση: Δεκέμβριος - Απρίλιος σε υψόμετρα 400 - 1300 μ.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα, Γραμματικό.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
nivalis > nix (nivis) χιόνι = χιονώδης, του χιονιού, επειδή αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα.

Γραμματικό 25/02/2012




Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Bellevalia hyacinthoides

  Αγία Μαρίνα 25/02/2012 Γραμματικό

Η Μπελεβάλια η υακινθοειδής [Bellevalia hyacinthoides (Bertol.) K. Persson & Wendelbo 1979] είναι βολβώδες φυτό, ενδημικό της Ελλάδας.
Φύλλα λογχοειδή, μεγαλύτερα του βλαστού. Φυτό σχετικά κοντό, με 1-4 βλαστούς μήκους 5-18 εκατοστών.
Βιότοπος: ξηρές πετρώδεις θέσεις με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, σε παρυφές καλλιεργημένων περιοχών, σε ελαιώνες και ακαλλιέργητους αγρούς, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.000 μέτρα.
Άνθη: κωδωνοειδή, γαλάζια, εύοσμα σε πυκνή ταξιανθία.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Πατέρας, Αγία Μαρίνα Γραμματικού.

Ετυμολογία:
Bellevalia > γένος αφιερωμένο στον Richer de Belleval (1564-1602), ιδρυτή του Βοτανικού Κήπου του Μονπελιέ.
hyacinthoides > υάκινθος + είδος = υακινθοειδής. 


   Αγία Μαρίνα 25/02/2012


Γεράνεια 09/01/201

Οι μπελεβάλιες είναι βολβόφυτα φυτά. Η ενδημική Μπελεβάλια η υακινθοειδής με τις γαλάζιες αποχρώσεις έχει ένα πολύ ευχάριστο άρωμα, που μοιάζει με του πικραμύγδαλου. Φωτογραφήθηκε σε παραλιακή θέση του όρους Πατέρας.