ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Cirsium creticum

Δεκέλεια - Τατόι 12/10/2008 Πάρνηθα

Το Cirsium creticum (Lam.) d’Urv. 1822] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγρές θέσεις σε πηγές, λίμνες, έλη, λιβάδια σε υψόμετρα 0-1200 (-1800) μ.
Πολυετές, λεπτό, όρθιο φυτό ύψους 1-1,5 μ. Βλαστός με καλά αναπτυγμένα ακανθώδη φύλλα. 
Άνθιση: τέλη Απριλίου - Οκτώβριος.

Ετυμολογία:
Cirsium < κίρσιον και κιρσός (διευρυμένη φλέβα) ==> επειδή υποτίθεται ότι είδη του γένους θεράπευαν την πάθηση των κιρσών.
creticum < Creta Κρήτη.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Rubus sanctus βάτος ο ιερός - βατομουριά

Πάρνηθα 12_10_2008 Τατόι

Ο Rubus sanctus Schreb. 1766, είναι  φυτό της  Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με ευρεία εξάπλωση σς όλη την Ελλάδα.
Κοινό όνομα = βατομουριά.
Βιότοπος: παρυφές δρόμων, ρεματιές, άκρες αγρών, σε υψόμετρα 0-900 (-1300) μ.
Πολυετής αναρριχητικός και διακλαδισμένος θάμνος με μακρείς, λεπτούς βλαστούς, πολύ αγκαθωτούς.
Φύλλα σύνθετα με 3-5 φυλλάρια ωοειδή, οδοντωτά, πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω επιφάνεια.
Άνθη περίπου 2εκ. σε διάμετρο με μακρείς αγκαθωτούς ποδίσκους και αραιή ταξιανθία.
Πέταλα 5, λευκά ή ρόδινα και στήμονες πολλοί.
Οι καρποί του, τα βατόμουρα, είναι βρώσιμοι.
Υποτίθεται ότι πρόκειται για την καιόμενη βάτο της Παλαιάς Διαθήκης, εξού και το όνομα sanctus.
Ανθίζει Μάιο - Ιούλιο και περιστασιακά μέχρι το φθινόπωρο.

Ετυμολογία:
Rubus > rúbeo, κοκκινίζω ==> αναφορά στο χρώμα των ανώριμων καρπών (βατόμουρων).
sanctus, a, um = ιερός.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Narcissus obsoletus

Σούνιο 11/10/2008

Ο Νάρκισσος ο παλαιός [Narcissus obsoletus, (Haw.) Spach 1846] είναι ο πρώτος που ανθίζει το φθινόπωρο. Εξαπλώνεται στα νησιά και την νότια Ελλάδα.
Μικρό βολβώδες φυτό, με μακρύ στρογγυλό βλαστό με ένα άνθος. Τα φύλλα συνήθως απουσιάζουν κατά την άνθηση ή μόλις αναπτύσσονται.
Βιότοπος: λιβάδια, ελαιώνες, παλιά χωράφια, πετρώδεις θέσεις σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα.
Άνθη: μικρά, με διάμετρο μέχρι 3 εκατοστά. Πολύ αρωματικά.
Άνθιση από τις αρχές Οκτωβρίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Λαυρεωτική...

Ετυμολογία:
Narcissus > νάρκισσος, όνομα φυτού από το νεολιθικό υπόστρωμα της ελληνικής γλώσσας. Ο Πλίνιος παρετυμολογεί από την «νάρκη» (λατ. narce) λόγω του μεθυστικού αρώματος των ανθέων. Νάρκισσος: μυθολογικός πανέμορφος νέος που πέθανε στον Ελικώνα της Βοιωτίας μένοντας να θαυμάζει το πρόσωπό του στο νερό μιας πηγής.
obsoletus, -a, -um > obsolesco παλαιούμαι = παλαιός.



Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Sternbergia lutea

Υμηττός 03/10/2008 Hymittos

Η Στερνμπέργκια η κίτρινη [Sternbergia lutea (L.) Ker Gawl. ex Spreng. 1825] είναι μεσογειακό γεώφυτο.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Δυτική Μακεδονία. Ανάλογα με τις περιοχές ονομάζεται κρινάκι, κίτρινο κρινάκι, λαλές, αγριολαλές και αγριόκρινος.
Είναι πολυετής, πόα με βολβοειδές ρίζωμα, φύλλα λογχοειδή, στενόμακρα, ανεπτυγμένα κατά την άνθιση. Ανθίζει το φθινόπωρο. Άνθη κίτρινα, με 6 λογχοειδή τέπαλα μήκους μέχρι 6 εκατοστά. Στην βάση τους έχουν μία μεμβρανώδη σπάθη.Μοιάζει με κρόκο αλλά διαφέρει στους ανθήρες, τους βιότοπους κλπ και άλλωστε ανήκει σε άλλη βοτανική οικογένεια.
Φύεται κυρίως σε πετρώδεις τοποθεσίες. Συχνά καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό.
Ετυμολογία:
Sternbergia, είδος αφιερωμένο στον Caspar (Kaspar) Maria von Sternberg (1761-1838), Βοημό βοτανικό που θεωρείται ιδρυτής του κλάδου της Παλαιοβοτανικής
lutea = κίτρινη.
 

Πάνειο 18/10/2009 mt. Panion

Λόφος Στρέφη - Εξάρχεια, 12/10/2007

Τουρκοβούνια - κορυφή, 25/10/2007



Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Colchicum bivonae - κολχικό

Πάρνηθα, 13/09/2008

Το Colchicum bivonae Guss. 1821, είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ιταλίας, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Κρήτης και Κυκλάδων.
Βιότοπος: μακκία βλάστηση, διάκενα δασών, ορεινά λιβάδια, σε υψόμετρα 300-1300 (1700) μ.
Συνώνυμο: Colchicum latifolium Sm. 1823
Βολβώδες δηλητηριώδες φυτό.
Φύλλα μέχρι 9, επιμήκη, λογοχειδή, λεία, πλατιά, που παρουσιάζονται την άνοιξη.
Άνθη σε σχήμα κύπελλου, φθινοπωρινά, με έντονα ρόδινα ρομβοειδή μοτίβα.
Ανθίζει τέλη Αυγούστου - αρχές Νοεμβρίου.

Στην Πάρνηθα ανθίζει στα ψηλά σε μία ευρεία ζώνη από την Αγία Τριάδα μέχρι την Μόλα.
 

Ετυμολογία:
Colchicum > > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
bivonae > προς τιμήν του Antonio de Bivona-Bernardi (1774-1837), Σικελού βοτανικού και δάσκαλου του Parlatore.

Πάρνηθα, 13/09/2008 Παλιοχώρι

Πάρνηθα 05/09/2009 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Τα πρώτα λουλούδια του φθινοπώρου

Colchicum bivonae, Πάρνηθα, 05/09/2009

Οι περισσότεροι πιστεύουμε (και το έχουμε μάθει στο σχολείο) ότι το φθινόπωρο έχει σχέση με κιτρινισμένα φύλλα και την νάρκωση της φύσης. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Το φθινόπωρο ανθίζει ένα πλήθος λουλουδιών. Από αργά τον Αύγουστο αρχίζουν να βγαίνουν μέσα από την ξερή γη στα μέσα υψόμετρα τα πρώτα κυκλάμινα, όπως αυτά των φωτογραφιών (κάτω). Από τις αρχές Σεπτεμβρίου αρχίζουν να ξεπετάγονται τα κολχικά, όπως αυτό της φωτογραφίας (πάνω). Μετά τις πρώτες βροχές, αρχίζει η εποχή των κρόκων. Η συνέχεια τις επόμενες μέρες στην φύση αναμένεται ενδιαφέρουσα...

Κυκλάμινο στο Κατσιμίδι (Πάρνηθα) 04/09/2008

Κυκλάμινο στην κορυφή της Πάρνηθας 26/08/2008

 Colchicum lingulatum Πάρνηθα 03/09/2009
.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Ophrys ferrum - equinum

Η ορχιδέα Οφρύς «με πέταλο άλόγου» (Ophrys ferrum-equinum, Desfontaines 1807) έχει κέντρο ανάπτυξης το Αιγαίο. Περιγράφτηκε το 1807 από
την Σάμο και την Σμύρνη.
Εύρωστο φυτό, με ύψος έως 40 εκατοστά. Θεωρείται προγονικό είδος και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Έχουν περιγραφεί αρκετά υποείδη και ποικιλίες.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ακαλλιέργητα χωράφια, αραιά δάση σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.100 μέτρα.
Άνθος: ακέραιο, ανοιχτό ή σκούρο καφεκόκκινο με πυκνό κοκκινωπό τρίχωμα στους ώμους. Θυρεός γαλαζωπός με μεταλλικό μπλε περίγραμμα σε σχήμα πέταλου.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάιος.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
ferrum-equinum > ferrum σίδερο + equinus άλογο - επειδή ο θυρεός στο χείλος μοιάζει με πέταλο αλόγου.

 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2008

Μερέντα: Το δάσος πριν καεί

Την ώρα που ανεβαίνει αυτό το ποστ, η πυρκαγιά στην Μερέντα βρίσκεται σε εξέλιξη. Η φωτιά ξεκίνησε από τα «λατομεία Σταύρου», για τα οποία έχει γράψει πολλά αποκαλυπτικά η «Καθημερινή» και έχει προβάλει ο «Σκάϊ». Οι φωτογραφίες που ακολουθούν έγιναν τη φετινή άνοιξη στην κορφή του βουνού.


Η θέα στον Ευβοϊκό από την κορφή

Ένα λιβάδι με ανεμώνες

Ανεμώνες και νεραγκούλες

Ορχιδέα σφηκόμορφη

Ορχιδέα κερασφόρος

Ορχιδέα πεταλοειδής

φριτιλάρια

Ορχιδέα τετράστικτη

Κυριακή 27 Ιουλίου 2008

Lilium chalcedonicum



Το Λείριο το χαλκηδονικό (Lilium chalcedonicum, L. 1753) εξαπλώνεται από την Νότια και Δυτική Ελλάδα  μέχρι την Νότια Αλβανία. Περιγράφτηκε από το όρος Χαλκηδόνιο της Θεσσαλίας.
Βιότοπος: ορεινά δάση με μεσογειακή βλάστηση και έλατα.
Άνθη: μέχρι 7 μεγάλα άνθη με βαριά μυρωδιά και κόκκινο χρώμα, γι’ αυτό και λέγεται «κόκκινος κρίνος». Μια παλιά λαϊκή του ονομασία είναι «τουρκοπούλα», γιατί έμοιαζε με το τουρμπάνι που φορούσαν στο κεφάλι οι Τούρκοι.
Άνθη: κόκκινα, με βαρύ άρωμα, βγαίνουν από 1 έως 5 στην κορυφή των βλαστών.
Άνθιση: από τον Ιούνιο και μετά.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα.

Ετυμολογία:
Lilium > > lilium (λατιν.) > Λείριο (Ιπποκράτης, Θεόφραστος)
chalcedonicum > Χαλκηδόνιο, όρος της Θεσσαλίας = χαλκηδονικό.


Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Iris germanica από το Δήλεσι

Δήλεσι 30/04/2008

Η Ίριδα η γερμανική (Iris germanica L. 1753), είναι ευρωασιατικό φυτό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: αυτοφύεται  σε βραχώδεις, περιοχές, κυρίως στην Ήπειρο και την Μακεδονία αλλά και σε βουνά της κεντρικής Ελλάδας. Τοποθετείται ως καλλωπιστικό σε άκρες αμπελιών, ελαιώνων, περιβολιών και αγρών σε πολλές περιοχές της χώρας και κυρίως στα νησιά.
Από την Βόρεια Πελοπόννησο (Χελμός, Ζήρεια) και την Οίτη έχει περιγραφεί η παρόμοια Iris hellenica, Mermygkas, Kit Tan & Yannitsaros 2010, ως ελληνικό ενδημικό σε διάκενα δασών ελάτης.
Γενικά, η Iris germanica θεωρείται από τους βοτανικούς είδος άγνωστης προέλευσης. Πιθανολογείται ότι είναι υβρίδιο ή ιθαγενές του παραμεσογειακού χώρου και της Νότιας Ευρώπης (Γιαννίτσαρος 1991). Σήμερα αυτοφύεται σε μεγάλο μέρος της Ελλάδας, συνήθως σε ελαιώνες και κοντά σε παλιά χωράφια ως εγκλιματισμένος δραπέτης καλλωπιστικής καλλιέργειας.
Είναι πολυετές φυτό με χονδρό, σαρκώδες ρίζωμα και ύψος 1 μέτρο και περισσότερο.
Φύλλα λογχοειδή μέχρι 80 εκ.
Άνθη μεγάλα, 8-10 εκ. Τα όρθια πέταλα έχουν χρώμα μοβ ανοιχτό και τα κυρτά μοβ σκούρο με λευκό προς την βάση τους και σκούρες νευρώσεις. Τα τρία κυρτά πέταλα έχουν στην βάση τους «πώγωνα» με πυκνές κιτρινωπές τρίχες.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Iris > Ίρις, η αγγελιαφόρος των θεών.
germanicus, a, um > Germania.

Δήλεσι, 30/04/2008