ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Consolida tuntasiana

Κιθαιρώνας

Η Κονσολίντα του Τούντα [Consolida tuntasiana (Halácsy) Soó 1922] είναι ενδημική της Νότιας Ελλάδας, γνωστή από τα όρη Γεράνεια, Κιθαιρώνας, Ελικώνας και Πατέρας της Στερεάς Ελλάδα και τα όρη Αραχναίο και Κουλοχέρα της Πελοποννήσου. Περιγράφτηκε από τα Γεράνεια.
Μικρό, μονοετές είδος, με ύψος 5-15 εκ.
Βλαστός όρθιος, απλός ή με λίγες διακλαδώσεις στην βάση του, αραιά τριχωτός.
Βιότοπος: πετρώδεις και βραχώδεις πλαγιές, διάκενα δασών με έλατα, σάρες και χαλικώδη μέρη.
Άνθη 2 -6 πορφυρά - ιώδη.
Ανθίζει Μάιο μέχρι αρχές Ιουνίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Κιθαιρώνας, Πατέρας.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον» (ΕΝ).

Ετυμολογία:
Consolida > consolido (λατιν.) σταθεροποιώ, ενοποιώ > consolida λατινικό όνομα φυτού, του οποίου οι φαρμακευτικές ιδιότητες υποτίθεται ότι θεράπευαν τις πληγές.
tuntasiana > αφιερωμένη στο Έλληνα βοτανικό Βασίλειο Τούντα.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Calendula arvensis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Calendula arvensis (Vaill.) L. 1763, είναι ευρωμεσογειακό είδος με μεγάλη εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Κοινό φυτό με ύψος έως 30 εκ.
Φύλλα λογχοειδή, συχνά ελαφρώς οδοντωτά, τα κατώτερα έμμισχα. νεφροειδή, οδοντωτά.
Βιότοπος: χωράφια σε αγρανάπαυση, ελαιώνες, δρόμοι, ξηρά λιβάδια, σε υψόμετρα 0-700 (-1200) μ.
Κεφάλια μέχρι 2 εκ., με όλα τα ανθίδια προτοκαλόχρωμα.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Calendula > calendae, πρωτομηνιά στο ρωμαϊκό ημερολόγιο - υπαινιγμός για την ανθοφορία που διαρκεί μεγάλο διάστημα.
arvensis > arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Από τα άνθη της καλέντουλας παράγεται αιθέριο έλαιο, πλούσιο σε καροτίνες, που χρησιμοποείται στη θεραπεία πληγών και εγκαυμάτων. Στην ιατρική χρησιμοποιείται για τις εμμηναγωγές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της. Στην λαϊκή ιατρική η χρήση της είναι απολυμαντική, αντισηπτική και επουλωτική των πληγών. Παλιά χρησιμοποιούσαν τα πορτοκαλοκίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια των λουλουδιών της για να νοθεύουν το σαφράν του κρόκου. Στην μαγειρική τα αποξηραμένα και τριμμένα ανθίδια της χρωματίζουν τυριά, σούπες, πιλάφια, μακαρονάδες, κοτόπουλο, γι’ αυτό και θεωρείται το «σαφράν των φτωχών».

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Bellevalia hyacinthoides

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Μπελεβάλια η υακινθοειδής [Bellevalia hyacinthoides (Bertol.) K. Persson & Wendelbo 1979] είναι βολβώδες φυτό, ενδημικό της Ελλάδας.
Φύλλα λογχοειδή, μεγαλύτερα του βλαστού. Φυτό σχετικά κοντό, με 1-4 βλαστούς μήκους 5-18 εκατοστών.
Βιότοπος: ξηρές πετρώδεις θέσεις με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, σε παρυφές καλλιεργημένων περιοχών, σε ελαιώνες και ακαλλιέργητους αγρούς, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.000 μέτρα.
Άνθη: κωδωνοειδή, γαλάζια, εύοσμα σε πυκνή ταξιανθία.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Γεράνεια, Πατέρας, Αγία Μαρίνα Γραμματικού.

Ετυμολογία:
Bellevalia > γένος αφιερωμένο στον Richer de Belleval (1564-1602), ιδρυτή του Βοτανικού Κήπου του Μονπελιέ.
hyacinthoides > υάκινθος + είδος = υακινθοειδής.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Colchicum soboliferum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Colchicum soboliferum [(C.A.Mey.) Stef. 1926] είναι κολχικό της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Στην Ελλάδα είναι ένα σπάνιο φυτό, που φύεται σε λίγες θέσεις στην λιμνοθάλασσα του Ωρωπού στην Αττική, την Χαλκιδική, τις λίμνες Πετρών και Βεγορίτιδα στην Μακεδονία, τη Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης, στο Πλωμάρι της Λέσβου.
Φύεται σε υγρές τοποθεσίες και αμμώδεις θέσεις.
Άνθη λευκά με μοβ απολήξεις.
Έχει χειμωνιάτικη άνθιση.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Τρωτό» (VU).

Ετυμολογία:
Colchicum > Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής
Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
soboliferum > sóboles & sυboles υπόφυση, παραφυάδα + fero φέρω.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Crocus nivalis (Crocus atticus)

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Κρόκος του χιονιού (Crocus nivalis, Bory & Chaub. 1832) περιγράφτηκε από τον Ταΰγετο to 1832.
Το 1850 περιγράφτηκε από την Αττική ο παρόμοιος Crocus atticus, (Boiss. & Orph.s 1850), ο οποίος υποβιβάστηκε το 1982 σε υποείδος του Κρόκου του Ζήμπερ (Crocus sieberi subsp. atticus, B. Mathew 1982).
Η τελευταία ταξινόμηση (Vascular plants of Greece, an annotated checklist, 2013) θεωρεί τον Κρόκο τον αττικό συνώνυμο του Crocus nivalis, που έχει ευρεία
εξάπλωση, από την Πελοπόννησο μέχρι την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Βέβαια, παρότι ονομάζεται χιονώδης (nivalis) στην Αττική ανθίζει (και) σε χαμηλά υψόμετρα.
Φύλλα 3-5, με ανοιχτόχρωμη ρίγα στο μέσον.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, ορεινά λιβάδια και ξέφωτα, ανοιχτά δάση κωνοφόρων.
Άνθη: ρόδινα, λιλά, μοβ με λεπτές σκούρες νευρώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Φάρυγγας κίτρινος. Στύλος με τρεις διακλαδώσεις ακέραιες, πορτοκαλί, με πλατειά κορυφή. Ανθήρες κίτρινοι.
Άνθιση: Δεκέμβριος - Απρίλιος σε υψόμετρα 400 - 1300 μ.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα, Γραμματικό.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
nivalis > nix (nivis) χιόνι = χιονώδης, του χιονιού, επειδή αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα.


Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Crocus laevigatus

Πεντέλη 24-12-2007
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus, Bory & Chaub. 1832) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας, με πλατιά εξάπλωση στην Αττική. Πήρε το όνομά του από τους χιτώνες του βολβού του που είναι λείοι. Εδώδιμος με γεύση κάστανου.
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 3-4.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, θαμνώνες, φρυγανότοποι, διάκενα πευκοδασών σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι 1500 μέτρα.
Άνθη: με χρωματική ποικιλομορφία, λευκά, μοβ-ρόδινα, λιλά, δίχρωμα, με μία έως τρεις ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Λαιμός κίτρινος.
Στύλος με «στίγματα» κίτρινα ή πορτοκαλί που διαχωρίζονται δενδροειδώς σε πολλά νημάτια. Ανθήρες λευκοί.
Άνθιση: από τον Οκτώβριο.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
laevigatus > levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος.