ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Cistus salviifolius

Λαύριο 12/04/2009

Ο Κίστος ο φασκομηλόφυλλος (Cistus salviifolius L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Είναι θάμνος τριχωτός, με φύλλα μη κολλώδη, αντίθετα από τους άλλους κίστους και παρόμοια μ΄αυτά της φασκομηλιάς.
Φύεται σε φρύγανα και θαμνώνες.
Άνθη λευκά σε μακρείς ποδίσκους, με διάμετρο 5 εκ. και πολλές φορές τόσα πολλλά που σχεδόν σκεπάζουν το φυτό.
Ανθίζει από τον Μάρτιο.

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρεται στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος
salvifolius, -a, um > salvia φασκόμηλο + folium φύλλο = με φύλλα σαν του φασκόμηλου, φασκομηλόφυλλος.


Cistus creticus

Κίστος ο κρητικός (λαδανιά) Λαύριο 12/04/2009

Ο Κίστος ο κρητικός (Cistus creticus L. 1762 subsp. creticus) είναι μεσογειακό φυτό, με μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, εκτός Θεσσαλίας και ΒΔ Ελλάδας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει με το όνομα «κίσθος», γράφοντας ότι από ένα είδος του παράγεται το λάδανο (λάβδανο).
Από τον κρητικό Κίστο κατ' εξοχήν συλλέγεται το λάδανο. Γράφει σχετικά ο Διοσκουρίδης:

«γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον· τὰ φύλλα γὰρ αὐτοῦ νεμόμεναι αἱ αἶγες καὶ οἱ τράγοι τὴν λιπαρίαν ἀναλαμβάνουσι τῷ πώγωνι γνωρίμως καὶ τοῖς μηροῖς προσπλαττομένην διὰ τὸ τυγχάνειν ἰξώδη, ἣν ἀφαιροῦντες ὑλίζουσι καὶ ἀποτίθενται ἀναπλάσσοντες μαγίδας.»

Είναι θάμνος πολύκλαδος με κοντές, λευκές, κολλώδεις τρίχες και φύλλα έμμισχα, αντίθετα, αδενώδη, κυματιστά στα περιθώρια.
Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, θαμνώνες, φρύγανα.
Άνθη μέχρι 6εκ. με σέπαλα κοντά και πέταλα ρόδινα με ιδιαίτερη μορφή, αφού μοιάζουν σαν τσαλακωμένα.
Ανθίζει από τον Μάρτιο

Ετυμολογία:
Cistus > κίστη = κιβώτιο ή μεγάλο καλάθι ποικίλων χρήσεων (Όμηρος) και είδος κιβωτίου στο οποίο τοποθετούσαν τα αναγκαία για γραφή (Αριστοφάνης) - αναφέρατι στο σχήμα του καρπού, ο οποίος ανοίγοντας ξαφνικά, αποβάλλει τα σπέρματα = Κίστος.
creticus > Κρήτη

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Aubrieta deltoidea

Πεντέλη 02_04_2009 

Η Ωμπριέτα η δελτοειδής [Aubrieta deltoidea (L.) D.C. 1821] είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Φυτό της ορεινής ζώνης, χλοάζoν που δημιουργεί συχνά μικρά μαξιλάρια.
Τα φύλλα είναι σπατουλοειδή-ρομβοειδή, χνουδωτά με αραιή οδόντωση.
Βιότοπος: σχισμές βράχων, χαράδρες.
Άνθη ιώδη ή ρόδινα με κίτρινο φάρυγγα. Τα δύο από τα 4 σέπαλα φέρουν ένα μικρό εξόγκωμα.
Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου.

Ετυμολογία:
Aubrieta > γένος αφιερωμένο στον ζωγράφο Claude Aubriet - Ωμπριέ (1665 - 1742), συνοδό του Tοurnefort στο ταξίδι του στην Ανατολή.
deltoidea > από το ελληνικό γράμμα Δέλτα - αναφορά στο σχήμα των φύλλων = δελτοϊδής.


Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ophrys cinereophila

Πάρνηθα 29/03/2009

H Οφρύς η τσινερεόφιλα (Ophrys cinereophila, H.E. Paulus & Clarck 1998) είναι οΟρχιδέα της Ανατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση από την Αττική και τις Κυκλάδες έως την Συρία.
Η ονομασία της οφείλεται στον αποκλειστικό επικονιαστή της, το έντομο Adrena cinereophila.
Ξεχωρίζει από την πρώιμη άνθιση και τα μικρά της άνθη σε σπειροειδή διάταξη.
Βιότοπος: θαμνώνες, φρύγανα, ελαιώνες, αραιά πευκοδάση έως 900 μ.
Άνθος: καφετιά με γαλαζωπό συνήθως θυρεό και κίτρινη περιφέρεια,
μικρά έως 1 εκατοστό, σε σπειροειδή ταξιανθία γύρω από τον βλαστό.
Άνθιση: Φεβρουάριος - αρχές Απριλίου.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Υμηττός, Γραμματικό...

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
cinereophila > Adrena cinereophila έντομο επικονιαστής.

Η εξάπλωση του είδους από το http://www.elisajeanluc.fr/orchidees_nature/ophrys/ophrys_cinereophila.htm


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Fritillaria graeca


Υμηττός 25_03_2009

 Η Φριτιλάρια η ελληνική (Fritillaria graeca, Boiss.& Spuner 1846) εξαπλώνεται στην Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, Εύβοια και Κυκλάδες (Σύρος, Κέα).
Πολυετές βολβώδες φυτό. Βλαστός όρθιος με 5-9 γλαυκά φύλλα. Άνθη συνήθως 1-2, κωδωνωειδή έως κυλινδρκά.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, φρύγανα, θαμνώνες, ξέφωτα δασών. Υψόμετρο μέχρι 2000 μέτρα
Άνθη: Τέπαλα καστανά-ιώδη με κεντρική πρασινοκίτρινη λωρίδα, συνήθως ψηφιδωτά. Στο όρος Μερέντα του Μαρκόπουλου Μεσογείων εμφανίζονται άνθη πολύ σκούρα.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Απρίλιος.
Εξάπλωση: σε όλα τα βουνά και τους λόφους της Αττικής

Ετυμολογία:
Fritillaria > fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
graecus, -a, -um = ελληνική, επειδή περιγράφτηκε στην Ελλάδα, αλλά μετά βρέθηκε και βορειότερα.

Ophrys ferrum - equinum

Λαύριο 27_03_2009

Η ορχιδέα Οφρύς «με πέταλο άλόγου» (Ophrys ferrum-equinum, Desfontaines 1807) έχει κέντρο ανάπτυξης το Αιγαίο. Περιγράφτηκε το 1807 από την Σάμο και την Σμύρνη.
Εύρωστο φυτό, με ύψος έως 40 εκατοστά. Θεωρείται προγονικό είδος και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Έχουν περιγραφεί αρκετά υποείδη και ποικιλίες.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ακαλλιέργητα χωράφια, αραιά δάση σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.100 μέτρα.
Άνθος: ακέραιο, ανοιχτό ή σκούρο καφεκόκκινο με πυκνό κοκκινωπό τρίχωμα στους ώμους. Θυρεός γαλαζωπός με μεταλλικό μπλε περίγραμμα σε σχήμα πέταλου.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάιος.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Αττική.

Ετυμολογία:
Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
ferrum-equinum > ferrum σίδερο + equinus άλογο - επειδή ο θυρεός στο χείλος μοιάζει με πέταλο αλόγου.


 Αγία Μαρίνα 05/04/2008


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Lamium garganicum subsp. striatum

Πάρνηθα 08/04/2008

Το Lamium garganicum subsp. striatum, (Sm.) Hayek 1929, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Πολυετές φυτό, με ύψος 10-40 εκ., πολύκλαδο, που μπορεί να πάρει θαμνώδη μορφή.
Φύλλα καρδιοειδή, οδοντωτά με μακρύ μίσχο.
Βιότοπος: βραχώδη ενδιαιτήματα, εποχιακά υγρές θέσεις, σε υψόμετρα 200-1600 (-2400) μ.
Άνθη πολλά με σωλήνα πολύ μακρύτερο από τον κάλυκα, λευκά ή ροζ, με ρόδινες ραβδώσεις και στίγματα.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Lamium < lamium φυτό που αναφέρει ο Πλίνιος από πιθανή λατινικοποίηση της ελληνικής λέξης «λαιμός» ==> το όνομα αναφέρεται στον σωληνίσκο της στεφάνης.
garganicum < Gargano, ακρωτήριο της Απουλίας στην Νότια Ιταλία = του Γκάργκανο
striatum < strio αύλακα, ράβδωση, ρίγα = ραβδωτό, ριγωτό

Πάρνηθα 22/03/2009 Parnis

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Veronica glauca subsp. glauca


Πεντέλη 13_03_2009 

Η Βερόνικα η γλαυκή (Veronica glauca Sm. in Sibth. & Sm. 1806 subsp. glauca) είναι ελληνικό ενδημικό φυτό, με εξάπλωση στην Δυτική και Κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και την Κρήτη.
Πρόκειται για μικρή πόα με χαρακτηριστικά άνθη που έχουν 4 άνισα πέταλα, από τα οποία το πάνω είναι μεγαλύτερο και το κάτω μικρότερο από τα δύο μεσαία. Έχει διακλαδισμένο βλαστό και φύλλα γλαυκά, ωοειδή, οδοντωτά. Τα μικρά γαλάζια άνθη έχουν λευκή κηλίδα στο κέντρο, μακρύ ποδίσκο και φύονται σε επάκριους βότρεις.
Ανθίζει σε πετρώδεις θέσεις της ορεινής ζώνης από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Veronica > από το όνομα Santa Veronica, επειδή είναι ένα μικρό λουλούδι που εμφανίζεται κοντά στην Μεγάλη Εβδομάδα.
glaucus, -a, -um > γλαυκή, από τα γκριζοπράσινα φύλλα της.


Aethionema saxatile subsp. graecum


Πεντέλη 13_03_2009

Το Αιθιόνημα το βραχόφιλο, υποείδος το γραικό [Aethionema saxatile subsp. graecum (Boiss. & Spruner) Hayek 1925) είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας.
Πολυετές φυτό, πολύβλαστο με ξυλώδη βάση. Φύλλα σαρκώδη σε σχήμα ωοειδές ή λογχοειδές, που φύονται σε όλο το μήκος του βλαστού.
Βιότοπος: βραχώδεις τοποθεσίες, βράχια και πρανή.
Άνθη: ρόδινα ή λευκά, με 4 μεγάλα πέταλα σε σχήμα σταυρού που σχηματίζουν πυκνή ταξιανθία.
Άνθιση: από τον Μάρτιο.
Εξάπλωση: Πάρνηθα, Υμηττός, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα, Μερέντα, Μεσόγεια.

Ετυμολογία:
Aethionema > αήθης (ασυνήθιστος στα αρχαία ελληνικά + νήμα  (για τoυς στήμονες που ενώνονται στο κάτω μέρος με ένα φτερωτό ή οδοντωτό νήμα) = Αιθιόνημα (κατά σύμβαση).
saxatile > > sáxum (λατιν) βράχος, πέτρα = βραχόφιλο, του βράχου.
graecum > Graecia = γραικό.