Η Αλκάννα η
ελληνική (Alkanna hellenica (Boiss.) Rech. f. 1965) είναι ελληνικό
ενδημικό φυτό. Εξαπλώνεται σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εϋβοια και
Θεσσαλία. Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βράχοι, βραχώδη εδάφη, σε υψόμετρα έως 1400 μ. Ανθίζει την άνοιξη.
Ετυμολογία: Alkanna >
από αραβική al-kanne, η ρίζα του χρησιμοποιείται από Άραβες
φαρμακοποιούς και για την χρωστική al-henna / από την ισπανική alcana
henna (θάμνος), από τη Μεσαιωνική Λατινική αλχανά, από την αραβική
al-ḥinnā ' η χέννα. hellenica > Hellas = ελληνική.
Η Glebionis segetum [(L.) Fourr. 1869] είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Συνώνυμο: Συνώνυμο: Chrysanthemum coronarium L. 1753 Παρόμοιο με το Glebionis coronarium αλλά με περιφερειακά ανθίδια πάντα κίτρινα και φύλλα, τα κατώτερα με μεγάλους λοβούς, τα ανώτερα λογχοειδή, οδοντωτά. Βιότοπος: χωράφια, παλιά χωράφια δημητριακών. Ανθίζει από τον Μάρτιο.
Ετυμολογία: Glebionis > gleba βώλος, βώλαξ (της γης), έδαφος - συσχετίζεται με τα καλλιεργημένα φυτά ή τα χωράφια καιτις άκρες δρόμων όπου φύεται. segetum > seges, segetis καλλιέργεια, καλλιεργημένο χωράφι - αναφορά στον βιότοπό του, που είναι συνήθως χωράφια με δημητριακά.
Το ενδημικό Κολχικό το γλωσσοειδές έχει αρχίσει ν' ανθίζει στην Πάρνηθα. Θα ακολουθήσουν και τα άλλα κολχικά, που θα μας συντροφέψουν το φθινόπωρο στα βουνά της Αττικής...
Το Teucrium chamaedrys L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην στεριανή Ελλάδα. Βιότοπος: διάκενα δασών, χαλικώδεις τοποθεσίες, βραχώδεις πλαγιές, σε υψόμετρα 0-1900 μ. Πολυετής ημίθαμνος, με ξυλώδη βάση και πολύ διακλαδισμένο ριζικό σύστημα που παράγει πολλούς λεπτούς όρθιους ανθοφόρους βλαστούς 10-20 (-40( εκ. Άνθη σε χαλαρή ταξιανθία. Στεφάνη 12-15 χιλ., ροζ-κόκκινη, με μεγαλύτερο το μεσαίο λοβό και πολυ μικρούς τους ακραίους λοβούς, Άνθιση: Μάιο - Αύγουστο.
Ετυμολογία: Teucrium > τεύκριον, φυτό που αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη. chamaedrys > > χαμαί + δρυς ==> με φύλλα σαν της δρυός (βελανιδιάς)
Η Moraea sisyrinchium (L.) Ker Gawl. 1804, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην νότια και νησιωτική Ελλάδα. Βιότοπος: φρύγανα, ξηρά λιβάδια, ελαιώνες, βραχώδεις πειοχές, σε υψόμετρα 0-600 (-1100) μ. Συνώνυμο: Gynandriris sisyrinchium (L.) Parl. 1854 Πολυετές γεώφυτο. Βλαστοί όρθιοι με 1-6 άνθη. Φύλλα βελονοειδή, αυλακωτά με μήκος έως 50 εκ. Άνθη γαλάζια, με διάμετρο έως 5 εκ. και μικρή διάρκεια ζωής. Τα εξωτερικά τμήματα του περιανθίου φέρουν λευκή κηλίδα με ιώδη στίγματα Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.
Ετυμολογία: Moraea > το 1758 ο Σκωτσέζος βοτανικός Philip Miller αφιέρωσε το όνομα του γένους Morea στον Robert More (1703-1780), Άγγλο ερασιτέχνη βοτανικό. Όμως ο Λινναίος (Linnaeus) αργότερα άλλαξε το όνομα σε Moraea, συσχετίζοντάς το με το επώνυμο του πεθερού του Johan Moraeus. sisyrinchium > σισυρίγχιoν, όνομα φυτού με γλυκό βολβό που αναφέρεται από τον Θεόφραστο. Gynandriris > γυνή + ανήρ ανδρός ==> επειδή τα θηλυκά και αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα του φυτού είναι ενωμένα.
Το γεώφυτο Άλλιο του Κιθαιρώνα (Allium cithaeronis, Bogdanović & al. 2011) είναι ενδημικό της Αττικής (Στερεά Ελλάδα). Πρωτοβρέθηκε και περιγράφτηκε πρόσφατα από τον Κιθαιρώνα, αλλά από τότε βρέθηκε επίσης στα Γεράνεια και την Πάρνηθα. Φύεται σε ασβεστολιθικές βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις και σε βουνοκορφές. Ανθίζει Ιούνιο, Ιούλιο. Ετυμολογία: Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο. cithaeronis > Κιθαιρών .
Το Onopordum bracteatum, Boiss. & Heldr. 1849 είναι φυτό της ΑΝατολικής Μεσογείου, με εξάπλωση στην ΔΥτική και Κεντρική Ελλάδα, Πελοπόννησο, Κρήτη. Βιότοπος: πετρώδεις πλαγιές, βραχώδη εδάφη, θέσεις με ανθρωπογενή επιβάρυνση, άκρες δρόμων. Ανθίζει το καλοκαίρι.
Ετυμολογία: Onopordum > όνος + πορδή - υποτίθεται ότι προκαλεί εντερικές διαταρχές στα γαϊδουρια που το τρώνε = Ονόπορδον. bracteatum a, um = με λεπτά «επιχρυσωμένα» βράκτια.
Η Οφρύς του Σπρούνερ (Ophrys spruneri, Nyman 1855) είναι ενδημική ορχιδέας της Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας, Κρήτης και νησιών Αιγαίου. Φυτό με ψηλό βλαστό και έως 8 άνθη σε αραιή ταξιανθία. Βιότοπος: φρυγανότοποι, θαμνώνες, ανοίγματα δασών, παρυφές δρόμων, σε υψόμετρα έως 900 μέτρα. Άνθος: Τρίλοβο, σκούρο καφέ ή μαύρο, με λαμπερό γλάζιο θυρεό σε σχήμα Η.Σέπαλα ρόδινα πλαϊνά πέταλα δίχρωμα σε ροζ-λευκό. Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος. Εξάπλωση στην Αττική: εξαιρετικά σπάνια με ελάχιστες παρουσίες στην Πάρνηθα, το Ποικίλο και τα Γεράνεια.
Ετυμολογία: Ophrys > Οφρύς (φρύδι). Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια χαρακτηριστικά του γένους Ophrys αναφέρεται το όνομα ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας spruneri > προς τιμήν του Βαυαρού βοτανικού Wilhelm von Spuner (1805-1874)..
O κρίνος της θάλασσας (Pancratium maritimum, L. 1753) άνθιζε σε μεγάλους αριθμούς στην μεγάλη αμμουδιά του Φαλήρου κι οι παλιοί Αθηναίοι τον ονόμαζαν «κρίνο του Φαλήρου». Από το Φάληρο μάλιστα υπάρχουν φυτά στο ερμπάριο (φυτολόγιο) του Πανεπιστημίου Lund (Σουηδία) από συλλογές του Θεόδωρου Ορφανίδη πριν το 1900. Σήμερα, ο κρίνος της θάλσσας επιζεί στην Αττική σε ελάχιστες θέσεις, κοντά στο Σούνιo.
Το κρινάκι της θάλασσας είναι ένα από τα ωραιότερα αγριολούλουδα και στολίζει τις αμμώδεις παραλίες κάθε καλοκαίρι. Είναι πολυετής βολβόρριζη πόα με φύλλα μεγάλα, ταινιοειδή, μακρύτερα από το βλαστό, ήδη ξερά κατά την άνθηση με τα νέα να εμφανίζονται στις αρχές του χειμώνα. Άνθη μεγάλα, χοανοειδή, 3-15 σε κάθε σκιάδιο, εύοσμα, λευκά. Ανθήρες κίτρινοι σε 6 μακρείς, λευκούς στήμονες. Οι χαρακτηριστικοί ανάλαφροι καρποί μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνο και επιπλέουν στη θάλασσα που τους διασπείρει στις ακτές. Εϊναι μεσογειακό φυτό. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε όλες τις αμμουδιές του Αιγαίου και του Ιονίου, αλλά με την τουριστική αξιοποίηση των παραλιών, οι πληθυσμοί του έχουν αρχίσει να εξασθενούν. Ο κρίνος της θάλασσας ενώνει τη σημερινή με την προϊστορική φύση του Αιγαίου. Είναι πασίγνωστος από τις «μινωικές» εικονογραφήσεις της Κρήτης, κυρίως στο ανάκτορο της Κνωσού και από τις υστεροκυκλαδικές τοιχογραφίες της Σαντορίνης
Ετυμολογία: Pancratium > παν (πας, πάσα) + κρατέω --> επειδή υπερνικά τις ακραίες συνθήκες του οικοτόπου του, (ξηρές και υφάλμυρες άμμοι) και παραμένει πάντα κραταιό. maritimum > mare (λατιν.) θάλασσα = παραθαλάσσιο.