ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Silene reinholdii

Βουλιαγμένη, 28/02/2013

Η Σιληνή του Ρέινχολντ (Silene reinholdii Heldr. 1876) είναι ενδημική της Στερεάς Ελλάδας, Εύβοιας, Πελοποννήσου και Ιονίου.
Χαρακτηρίζεται από τον στρογγυλό καφετί με ροζ νευρώσεις κάλυκα,
γεγονός που τ ην συγχέει με την συγγενική Silene behen.
Βιότοπος: θέσεις με ποώδη βλάστηση και βάσεις βράχων, από το επίπε-
δο της θάλασσας μέχρι περίπου τα 500 μέτρα
Άνθη: με ροζ με μακρόστενα πέταλα 3-6 χιλιοστών.
Άνθιση: τέλη Φεβρουαρίου - Μάρτιος.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πατέρας, παραλιακή οδός Σουνίου,
Σαλαμίνα.

Ετυμολογία:
Silene > Silenus (λατιν.) > Σειληνός = Σιληνή
reinholdii > > αφιερωμένη στον Karl Heinrich Theodor Reinhold (1834-1880), Γερμανό φυσικό και εθνογράφο που εργάστηκε ως γιατρός στο ελληνικό ναυτικό στην περίοδο της Βαυαροκρατίας.


Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Silene behen

Βουλιαγμένη 28/02/2013

Η Silene behen L. 1753, είναι μεσογειακό φυτό με εξάπλωση στην κεντρική, νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια, παράκτιοι οικότοποι σε υψόμετρα 0-500 (-800) μ.
Μονοετής πόα, ύψους 15-20 εκ. λεία.
Βλαστοί απλοί ή διακλαδισμένοι.
Φύλλα γλαυκοπράσινα
Ταξιανθία σε αραιά διχάδια.
Κάλυκας ελλειψοειδής, σφιγμένος στα χείλη, λευκορόδινος με κόκκινες νευρώσεις με αμφορεοειδές σχήμα
Πέταλα πορφυρά δίλοβα.
Ανθίζει μέσα Μαρτίου - Μάιο

Ετυμολογία:
Silene > Silenus (λατιν.) > Σειληνός = Σιληνή.
behen > bahman & behmen, αραβική λέξη για αρκετά μη ταυτοποιημένα φυτά.


Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Leontice leontopetalum

Οινόη, 24/02/2013
 
 Η Λεοντική η λεοντοπέταλη (Leontice leontopetalum L. 1753) είναι πολυετές κονδυλώδες φυτό, ύψους 20-50 εκ. Εξάπλωση: Ελλάδα, Ν. Βουλγαρία, Αν. Μεσόγειος, Β. Ιράν, Αρμενία, Δ. Πακιστάν. Συναντάται σποραδικά σε Πελοπόννησο, Ανατολική Ελλάδα, νησιά του Αιγαίου. Παλαιότερα αποτελούσε κοινό ζιζάνιο αλλά, με τον περιορισμό της αρόσιμης γης, έχει περιοριστεί τόσο πολύ ώστε να θεωρείται σπάνιο. Την αναφέρει το 1895 ο Χελδράιχ «από χωράφια γύρω από την Αθήνα».
Βιότοπος: Θεωρείται ζιζάνιο σιταροχώραφων και αρόσιμης γης, σε βαθιά αργιλώδη εδάφη. Σε χαμηλά υψόμετρα.
Άνθη: Κίτρινα, με 6 πέταλα, σε σύνθετη πυραμιδοειδή ταξιανθία. Καρποί διογκωμένοι.
Άνθιση: Φεβρουάριος μέχρι μέσα Απριλίου.
*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρώ ν Δεδομένων τω ν Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «τρωτό» (VU).
Ετυμολογία
Leontice > λέων
leontopetalum > λέων + πέταλον (αλόγου). Το λεοντοπέταλον αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη. Το όνομα αναφέρεται στα φύλλα, που μοιάζουν με το αποτύπωμα του πέλματος ενός λιονταριού.
 

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Alkanna hellenica

όρος Πατέρας, 24/02/2013 Ψάθα

Η Αλκάννα η ελληνική (Alkanna hellenica (Boiss.) Rech. f. 1965) είναι ελληνικό ενδημικό φυτό. Εξαπλώνεται σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εϋβοια και Θεσσαλία.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βράχοι, βραχώδη εδάφη, σε υψόμετρα έως 1400 μ.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Alkanna > από αραβική al-kanne, η ρίζα του χρησιμοποιείται από Άραβες φαρμακοποιούς και για την χρωστική al-henna / από την ισπανική alcana henna (θάμνος), από τη Μεσαιωνική Λατινική αλχανά, από την αραβική al-ḥinnā ' η χέννα.
hellenica > Hellas = ελληνική. 


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Cerinthe retorta

όρος Πατέρας, 24/02/2013 Ψάθα

Η Cerinthe retorta Sm. 1806, είναι φυτό της ΝΔ Βαλκανικής και της ΒΔ Τουρκίας, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα. Ανακαλύφθηκε από την Sibthorp στην Πελοπόννησο
Βιότοπος: εποχιακά υγρές θέσεις, βραχώδεις τοποθεσίες, ελαιώνες, χαντάκια δρόμων, σε υψόμετρα 0-900 μ.
Μονοετές φυτό με βλαστούς 15-60 εκ.
Κατώτερα φύλλα αντωοειδή-σπατουλοειδή. Τα ανώτερα ωοειδή-λογχοειδή, καρδιοειδή στην βάση.
Άνθη κίτρινα ή δίχρωμα που περιβάλλονται από βράκτια βιολετιά
Ανθίζει από τα μέσα Φεβρουαρίου.

Ετυμολογία:
Cerinthe > κηρός (κερί) + άνθος ==> από το σχήμα των ανθέων - φυτά που επισκέπτονται ιδιαίτερα οι μέλισσες = Κηρίνθη.
retortus, a, um > retorqueo αντιστρέφω, μεταστρέφω (// κάνω βόστρυχους την κόμη) ==> αναφέρεται στα άνθη που μοιάζουν με βόστρυχους.


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Romulea columnae

Τουρκοβούνια 10/02/2013 Περισσός


Η Romulea columnae, Sebast. & Mauri 1818, είναι μεσογειακό φυτό, με εξάπλωση στην νότια και νησιωτική Ελλάδα.
Βιότοπος: εποχικά λιμνία, λιβάδια, φρύγανα, διάκενα κωνοφόρων δασών, σε υψόμετρα 0-900 μ.
Βολβώδες φυτό με μικρό βλαστό, ύψους 2-15 εκ.
Άνθη μικρά σε χρώμα υπόλευκο ή χλωμό λιλά, με κίτρινο φάρυγγα και σκούρες κοκκινωπές νευρώσεις. Στίγματα ισομήκη με τους ανθήρες.
Ανθίζει Φεβρουάριο - Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Romulea > αφιερωμένο στον Romulus (Ρωμύλο), ιδρυτή της Ρώμης = Ρομουλέα.
columnae > αφιερωμένο στον Ναπολιτάνο βοτανικό Fabio Colonna (Fabius Columna, 1567-1650).

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Κρόκος της Αττικής Crocus atticus

Γραμματικό 19/01/2013

Ο Κρόκος του χιονιού (Crocus nivalis, Bory & Chaub. 1832) περιγράφτηκε από τον Ταΰγετο to 1832.
Το 1850 περιγράφτηκε από την Αττική ο παρόμοιος Crocus atticus, (Boiss. & Orph.s 1850), ο οποίος υποβιβάστηκε το 1982 σε υποείδος του Κρόκου του Ζήμπερ (Crocus sieberi subsp. atticus, B. Mathew 1982).
Η τελευταία ταξινόμηση (Vascular plants of Greece, an annotated checklist, 2013) θεωρεί τον Κρόκο τον αττικό συνώνυμο του Crocus nivalis, που έχει ευρεία
εξάπλωση, από την Πελοπόννησο μέχρι την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Βέβαια, παρότι ονομάζεται χιονώδης (nivalis) στην Αττική ανθίζει (και) σε χαμηλά υψόμετρα.
Φύλλα 3-5, με ανοιχτόχρωμη ρίγα στο μέσον.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, ορεινά λιβάδια και ξέφωτα, ανοιχτά δάση κωνοφόρων.
Άνθη: ρόδινα, λιλά, μοβ με λεπτές σκούρες νευρώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Φάρυγγας κίτρινος. Στύλος με τρεις διακλαδώσεις ακέραιες, πορτοκαλί, με πλατειά κορυφή. Ανθήρες κίτρινοι.
Άνθιση: Δεκέμβριος - Απρίλιος σε υψόμετρα 400 - 1300 μ.
Εξάπλωση στην Αττική: Πάρνηθα, Πεντέλη, Γεράνεια, Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα, Γραμματικό.

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
nivalis > nix (nivis) χιόνι = χιονώδης, του χιονιού, επειδή αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα.





Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Κρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus)

Τουρκοβούνια 09/11/2012

Ο Κρόκος του Καρτράϊτ (Crocus cartwrighitianus, Herbert 1843) είναι ενδημικόε Αττικής, Κυκλάδων, Δυτικής Κρήτης. Είναι ο άγριος πρόγονος τ ου καλλιεργήσιμου κρόκου,
Βολβώδες φυτό. Φύλλα 7-12. Στύλος με μεγάλες κόκκινες διακλαδώσεις, που κρέμονται έξω από το περιάνθιο. Ανθήρες κίτρινοι
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι μέσα υψόμετρα.
Άνθη: συνήθως μοβ με σκούρες νευρώσεις αλλά και λευκά με μοβ νευρώσεις. Είναι αρωματικά και δεν κλείνουν την νύχτα.
Άνθιση: Οκτώβριος - Δεκέμβριος
Εξάπλωση στην Αττική: Υμηττός, Λαυρεωτική, Πάνειον όρος Κερατέας, λόφοι Μεσογείων, Αίγινα, Σαλαμίνα, Πάστρα, Τουρκοβούνια, Βουλιαγμένη, Βουρκάρι Μεγάρων...

Ετυμολογία:
Crocus > κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
cartwrighitianus > αφιερωμένο στον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Cartwrihgt που συνέλεξε το φυτό από την Τήνο = του Καρτράιτ.




Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Ecballium elaterium / Εκβάλλιο το ελατήριο (πικραγγουριά)


Τουρκοβούνια, 05/11/2012 Περισσός

Το Εκβάλλιον το ελατήριον [Ecballium elaterium (L.) A. Richard 1824] είναι γεώφυτο της Μεσογείου και της ΝΔ Ασίας, με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι «σίκυς άγριος».
Τον καρπό του ονομάζει «ελατήριο» («το δε λεγόμενον ελατήριον εκ του καρπού των σικύων») ήδη από την αρχαιότητα ο Διοσκουρίδης, ο οποίος υποστήριξε ότι το εκχύλισμα του αποτελεί δραστικότατο καθαρτικό φάρμακο.
Το σημερινό λαϊκό του όνομα είναι «πικραγγουριά».
Πρόκειται για έρπουσα πολυετή πόα, σαρκώδη, πολύ αδρότριχη.
Βλαστοί απλωτοί, έρποντες 15-60 εκ. χωρίς έλικες. Φύλλα μακρόμισχα, με έλασμα 4-10 εκ., καρδιοειδή- τριγωνικά, οδοντωτά ή κυματιστά στα χείλη.
Στεφάνη τροχοειδής με 5 λοβούς. Τα άνθη είναι κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, τα αρσενικά σε βότρυ, τα θηλυκά ανά ένα.
Ο καρπός είναι κυλινδρικός ωοειδής μέχρι 5εκ. μήκος, πολύ αδρότριχος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η πικραγγουριά διασπείρει τους σπόρους της. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος και με το παραμικρό άγγιγμα σκάει σαν μικρή βόμβα και εκτινάσσει τα σπέρματα μακριά, δηλαδή τα εκβάλλει ως ελατήριο.
Όλα τα μέρη του φυτού, και κυρίως ο καρπός του, είναι τοξικά, περιέχοντας το δηλητήριο «ελατηρίνη».
Κοινό σε χέρσα χωράφια, μπάζα, άκρες δρόμων.
Ανθίζει από τον Φεβρουάριο.

Ετυμολογία:
Ecballium > εκβάλλω (βγάζω έξω με δύναμη) - αναφέρεται στην αποβολή με δύναμη των σπερμάτων = Εκβάλλιον
elaterium > ελατήριον - αναφέρεται στην εκτόξευση των σπερμάτων μακριά = ελατήριο.
Τουρκοβούνια, 25/10/2007 Γαλάτσι

Τουρκοβούνια, 13/10/2007 Γαλάτσι