ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007

Οι καύσωνες, η Αθήνα και η φύση

Η πλατεία Ομονοίας με φοίνικες. Κάποτε...

Ο καύσωνας που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες αποτελεί ένα ακραίο και σπάνιο καιρικό φαινόμενο. Τα χαρακτηριστικά του ήταν:

  • Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες που, με εξαίρεση την βορειοδυτική Ελλάδα, σε όλη την χώρα κυμάνθηκαν στους 42-44 βαθμούς C. Δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα νησιά, όπου σημειώθηκαν θερμοκρασίες ρεκόρ για τον Ιούνιο.
  • Η διατήρηση επί πολλές ώρες των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, από το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα.
  • Το πρωτοφανές ύψος των «ελάχιστων» θερμοκρασιών κατά την διάρκεια της νύχτα, που γενικά δεν έπεσαν κάτω από του 31-33 βαθμούς C. Παρατηρήθηκε επίσης σε ορισμένες περιοχές και το εξωφρενικό φαινόμενο της ανόδου της θερμοκρασίας μέσα στην νύχτα, όπως συνέβη στην Παλαιοχώρα της νότιας Κρήτης. Το αποτέλεσμα ήταν να μην προλάβουν τα κτίρια να ψυχθούν στην διάρκεια της νύχτας, με μοιραία συνέπεια τα πάντα μέσα στο σπίτι (τοίχοι και υλικά) να ακτινοβολούν συνεχώς μεγάλα ποσά θερμότητας.
Βιώσαμε λοιπόν ένα εξαιρετικά ακραίο καιρικό φαινόμενο, οι συνέπειες του οποίου πολλαπλασιάστηκαν από τις συνθήκες που επικρατούν σε όλες τις ελληνικές πόλεις χωρίς εξαίρεση, γιατί το μπετόν και η έλλειψή πράσινου δεν είναι «προνόμιο» μόνο της Αθήνας. Μάλιστα υπάρχουν πόλεις, όπως το Ηράκλειο Κρήτης, όπου οι συνθήκες ζωής είναι πραγματικά εφιαλτικές. Για τον θανάσιμο συνδυασμό υψηλών θερμοκρασιών και αστικού περιβάλλοντος είχα γράψει παλαιότερα ένα ρεπορτάζ, που διατηρεί την επικαιρότητά του γιατί από τότε οι συνθήκες στην Αθήνα επιδεινώθηκαν.
Οι υψηλές θερμοκρασίες, βεβαίως, αποτελούν τον κανόνα όλο το καλοκαίρι. Αυτό η φύση το ξέρει κι έχει φροντίσει να προετοιμαστεί. Η μεσογειακή χλωρίδα αποτελείται κυρίως από θάμνους, όπως οι σχίνοι, οι κουμαριές, τα σπάρτα, τα πουρνάρια, οι χαρουπιές κλπ, που έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά για να αντέχουν το θερμό, ξηρό και παρατεταμένο ελληνικό καλοκαίρι. Τα φύλλα τους είναι πολύ σκληρά έτσι ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η απώλεια χυμών. Ανάλογα με τις συνθήκες οι θάμνοι αυτοί μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλα δέντρα.

Η χλωρίδα της Αθήνας, του Λεκανοπεδίου και της Αττικής είναι προσαρμοσμένη στις συνθήκες του μακρού και ξηροθερμικού καλοκαιριού. Το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής καλύπτεται (καλυπτόταν καλύτερα, γιατί η αστική επέκταση έχει καλύψει τα πάντα) από την μεσογειακή βλάστηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Υμηττός, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε και από τους αρχαίους συγγραφείς δεν είχε δέντρα (πεύκα δηλαδή) και ήταν «μελισσοβότανος». Πευκοδάση υπήρχαν κυρίως στην Πεντέλη και έλατα στην κορυφή της Πάρνηθας. Στο Λεκανοπέδιο υπήρχαν ελαιώνες και περιβόλια, κυρίως κατά κατά τον ρουν του Κηφισσού από το Μενίδι μέχρι την Αγία Άννα, του Ρέντη και πιο κάτω.

Για την ζέστη και πολλές φορές την κάψα που επικρατούσε το καλοκαίρι στην Αθήνα και την Αττική έχουμε γραπτές αναφορές και ειδήσεις.
Την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα ακολούθησαν και πολλοί Βαυαροί. Ανάμεσά τους ήταν και ο αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, ο οποίος αργότερα έγινε και ο πρώτος Διευθυντής Αρχαιοτήτων. Στα γραπτά του διασώζει και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή πριν 160-170 χρόνια στην Αθήνα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, γράφει ο Ρος:

«Ο Ιούνιος είναι ο κατ' εξοχήν μήνας του θερισμού και γι' αυτό τον λένε γενικά οι χωριάτες "θεριστή", όπως λένε τον Ιούλιο "αλωνάρη". Αυτούς τους μήνες ο ήλιος μεσουρανεί ολόκληρος στον χάλκινο ουρανό. Σπάνια συννεφιάζει. Απ΄ τις αρχές του Ιουνίου ως την Ισημερία, καμιά φορά κι ως τον Οκτώβριο, πέφτει στην Αττική και ιδίως στις χαμηλότερες περιοχές της χώρας, αραιά και που καμιά βροχή. Έτσι από τα τέλη του Μάη ξεραίνεται κάθε χλόη και κάθε είδους χορτάρι στους κάμπους.

«Το 1833 ήταν ένα ζεστό, άδροσο καλοκαίρι, ασφυκτικό και θολό. Μονάχα οι πρωινές και οι βραδινές ώρες στην Ακρόπολη έδιναν κάποιαν ανακούφιση. Μέσα στο καλοκαίρι ήρθε ο Ζουμπφτ από το Βερολίνο. Όταν περνούσε η φωτιά και λαύρα της μέρας, ανεβαίναμε την ώρα της δύσης στον Παρθενώνα, καθόμασταν πάνω στο δυτικό ύψωμα και αφήναμε τα βλέμματά μας και τις σκέψεις μας να θέλγονται από το πανόραμα που εκτείνονταν χιλιόμετρα από κάτω μας, απ' την Τροιζήνα και την Αίγινα ως την Κόρινθο, Μέγαρα και τον Μαραθώνα και περιλάμβανε μερικούς απ' τους πιο τιμημένους τόπους της Ελλάδας. Ο υπηρέτης μου έφερνε καφέ και τσιμπούκια και καθόμασταν εκεί ως το σούρουπο, απολαμβάνοντας τη θέα. Αλλά επειδή το καταμεσήμερο ο Ζουμπφτ δεν προφυλλάσονταν, έπαθε ηλίαση.»

Από μετεωρολογικά και δημοσιογραφικά στοιχεία φαίνεται ότι περίπου κάθε 10-15 χρόνια έχουμε στην Αθήνα κάποιο περιστατικό έντονου και συνεχούς καύσωνα. Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ (δεξιά) της εφημερίδα "Σκριπ" από τις αρχές Ιουλίου 1902, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι τα αμπέλια της Αττικής τα έκαψε ο λίβας.
Οι αμπελώνες των Μεσογείων άντεξαν τους καύσωνες. Δεν άντεξαν όμως την ραγδαία αστική ανάπτυξη, μετά την κατασκευή του αεροδρομίου. Όπως δεν άντεξαν την αστική πίεση σε όλη την Αττική τα πευκοδάση, οι ελαιώνες, οι θαμνότοποι, η άγρια ζωή γενικά.

Αυτός ο καύσωνας πέρασε. Θα ακολουθήσουν όμως φέτος κι άλλες ζέστες, που θα φαίνονται μεγαλύτερες από τις συνθήκες τις αστικής ζωής. Και φυσικά θα ακολουθήσουν οι πυρκαγιές. Αλλά γι' αυτές έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τα ξαναπούμε...
Πηγές:
Λουδοβίκου Ρος, «Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1976

3 σχόλια:

Rodrigo είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Κώστας είπε...

Μια παρα πολύ περιεκτική και κυρίως νηφάλια αναφορά στα τερτίπια του Αττικού καιρού σε σχέση με τις "κραυγές" στον Τύπο και στην ΤV.

Εξετάζοντας ένα παραδοσιακό οικισμό της χώρας μας, πχ. κάποιου Κυκλαδίτικου νησιού, αμέσως διαπιστώνουμε οτι οι κατοικίες έχουν φτιαχτεί με γνώμονα την αντιμετώπιση των ανέμων, του λίβα, του χιονιά, της λάβρας των ακτίνων του ηλίου.

Τώρα αν δούμε πως αναπτύχθηκε η Αττική μετά τον πόλεμο ξεκινώντας με το πρόγραμμα της "ανασυγκρότησης" και φθάνοντας στις συνεταιριστικές οικοπεδοποιήσεις αμέσως αντιλαμβανόμαστε οτι γνώμονας δεν ήταν η κατοίκηση σε σχέση με το περιβάλλον αλλά το εδώ και τώρα κέρδος και η ανάδειξη του νεοπλουτισμού. Και είχαμε τις συνέπειες του καύσωνα του 1987 ,των σεισμών του 1999. Ισως ακόμη και τα καθημερινά αυτοκινηστικά ατυχήματα στους δρόμους.

Stylianakis είπε...

Καλησπέρα από Ηράκλειο
Στο άρθρο του Δρεττάκη που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Crete Weather έστειλα το ακόλουθπ σχόλιο σχετικό με το ίδιο θέμα που θίγετε:
"ΠΕΡΙ ΖΕΣΤΗΣ

Αγαπητέ φίλε,

Πριν εκφέρω άποψη για το αν ο καύσωνας που σιγά-σιγά φεύγει ήταν ο μεγαλύτερος στην ιστορία, θα κάνω μια ανασκόπηση με βάση τα δεδομένα που συνέλεξα μέχρι τώρα (δυστυχώς το βασικό ρεκόρ του 45,7 του 1916 δεν μπόρεσα ακόμη να το ελέγξω : Πήγα σήμερα επίτηδες στη Βικελαία αλλά δεν είχαν το συγκεκριμένο βιβλίο του Πλατάκη, άρα επιφυλάσσομαι να το βρω όταν πάω στα Χανιά. Οσο για τον τοπικό τύπο της εποχής, ήταν ελλιπής λόγω ταραχών !).

Αναφορές για ακραίους καύσωνες στην Κρήτη κατά τους προηγούμενους αιώνες έχομε λίγες, ίσως επειδή το φαινόμενο αυτό παλιότερα θεωρείτο άξιο αναφοράς μόνο όταν επέφερε σοβαρές ζημίες και απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Ξέρεις και συ ότι οι θάνατοι από ζέστη πριν από 100-150 χρόνια ήταν πολύ πιο σπάνιοι από σήμερα, για λόγους τρόπου ζωής, περιβαλλοντικούς και πληθυσμιακούς.

Ετσι, εκτός από τον καύσωνα της 15 (= 28) Ιουνίου 1880 (βλ. άρθρο σχετικά με τις παραξενιές του Ιουνίου), αλιεύομε :

1804 : «Ενθύμησις ότι έκαμεν 5 ημέρες κάψες υπερβολικές, όπου δεν τις ενθυμείται κανείς άνθρωπος, εις τους 1804, Ιουλίου 10 (= 23), ημέραν Κυριακή εκαταχέρισεν» (Γεωργίου Νικολετάκη «Χρονικά», σε έργο του Θεοχ. Δεττοράκη «Νεοκρητικά Μελετήματα, Τ. Α, 2005, σελ. 42,59)

1811. «Εις τους 1811, Ιουλίου 13, ημέραν Πέμπτην, ήτονε ο ήλιος όλος ωσάν πιασμένος κόκκινος και μίαν αντάραν όλος ο κόσμος και εβάσταξεν έως την Κυριακήν» (ίδια πηγή)

1864 : «Εις τα 2 Ιουλίου (= 15-7ου) 1864 έγινεν τοιαύτη ζέστη ώστε δύο γυναίκες απέθανον εις Χανιά, καθόσον ανέβη το θερμόμετρον είς {..} βαθμούς. Απέθανον και 2 άνδρες παρά το όρος Καθαρόν».

Επίσης το 1887, αναφέρεται το ακόλουθο, το οποίο αναγράφεται με την ίδια διατύπωση λόγω της δυσχέρειας στην ακριβή ημερομηνία : «Ιουλίου 22. Εκλειψη σελήνης μερική (…) καθώς και του ηλίου, ήτις και εφάνη εις ημάς τη Αυγούστου 7 (…)., επηκολούθησε δε επί δύο ημέρας (= μάλλον 20-8-1887) αφόρητος καύσων εκ των σπανιωτάτων, επιφέρων ζημίας ανυπολογίστους εις τας αμπέλους και ελαιόδενδρα. Επιπροσθέτως εις την γενικήν ξηρασίαν, ένεκα της ανομβρίας και λειψυδρίας της φετεινής, σπανία έλλειψις ύδατος και εις τους ανθρώπους και εις τα ζώα. Προ αιώνων ίσως δεν έγινε τοιαύτη ανομβρία εν Κρήτη».

Την 14 Αυγούστου 1938 σε ολόκληρο το νησί έπνευσε ισχυρός καυτός λίβας, μικρής διάρκειας όμως, που ωστόσο προκάλεσε ζημίες στη γεωργία, κατά τόπους.

Πολύ υψηλές θερμοκρασίες αναφέρονται και :
- Την 20-24 Αυγούστου 1945
- Την 22 Αυγούστου 1952 οπότε και σημειώθηκαν σοβαρές ζημίες στα αμπέλια
- Την 22-23 Αυγούστου 1956 (θερμοκρασίες 40 έως 41 βαθμοί στα Χανιά και Ηράκλειο, με καυτό νότιο άνεμο, ζημίες έως 20 % στα αμπέλια
- Τον Αύγουστο 1959 (πάλι ζημιές στα αμπέλια)
- Την 3-7-1960 (41,4 β. στα Χανιά)
- Την 13-6-1969 (40 β. στο Ηράκλειο)
- Την 20-7-1973 (40 β. στο Ηράκλειο)
- Την 10 Ιουλίου 1977 (41 β. στα Χανιά)
- Την 16-6-1978 (40 β. στα Χανιά και 41 β. στο Ηράκλειο)
- Την 25 έως 27 Ιουνίου 1982 (40 έως 40,5 β στα Χανιά κάθε ημέρα)
- Την 27 Ιουλίου 1987 (41 β. στα Χανιά). Πρέπει να σημειωθεί ότι την περίοδο από 25 έως 28 Ιουλίου 1987 παρά τον ισχυρό καύσωνα διαρκείας που επικράτησε στην υπόλοιπη Ελλάδα, δεν σημειώθηκαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες στην Ανατολική Κρήτη επειδή διατηρήθηκε μελτέμι που ωστόσο ήταν καυτό, αντίθετα όμως σημειώθηκαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες στη Νότια Κρήτη, ιδίως Μεσσαρά, 45 β). Το ίδιο περίπου παρατηρήθηκε και την 8 Αυγούστου του ίδιου έτους. Αναφέρθηκαν και θάνατοι οφειλόμενοι στον καύσωνα αυτό.
- Την 9 Ιουλίου 1992 (40 β. στα Χανιά),
- Την 27 Ιουνίου 1995 (40 β στα Χανιά)
- Την 18 Ιουλίου 1995 (41 β. στα Χανιά)
- Την 3 και 4 Ιουλίου 1998 (43 και 42 β. αντίστοιχα στα Χανιά, 44 β. Σούδα, 43,6 β. στο Ηράκλειο την 4, ζημίες στη γεωργία και κτηνοτροφία, λίβας)
- Την 12 και 19 Αυγούστου 1999 με όμοιες ζημίες – αν και χωρίς θερμοκρασίες στη Βόρεια Κρήτη πάνω από 40 β
- Την 6, 9 και 12 Ιουλίου 2000 (40,4, 42 και 41 β. αντίστοιχα στα Χανιά όπου λίβας, μέση μηνιαία θερμ/σία 33,1 β).
- Την 13 Αυγούστου 1999 (40 β. στα Χανιά)
- Την 11 και 12 Αυγούστου 2002 (41 και 42 β. Χανιά αντίστοιχα, 42 και 44,4 β στο Ηράκλειο, θερμοί ΝΝΑ άνεμοι)

Εχοντας αυτά υπόψη μας – σίγουρα μας διαφεύγουν ακόμη πάμπολλα – δεν ξέρω αν ο καύσωνας που φεύγει ήταν πράγματι ο μεγαλύτερος στην ιστορία του νησιού. Βλέπομε ότι παρατεταμένοι έντονοι καύσωνες που κράτησαν μέρες παρουσιάστηκαν κατά το παρελθόν σε κάποιες περιπτώσεις, όπως σημειώθηκαν και απόλυτες μέγιστες θερμοκρασίες σε περίπου όμοια επίπεδα με τα σημερινά. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι, από τότε που υπάρχουν μετεωρολογικές καταγραφές, τόσο έντονος και παρατεταμένος καύσωνας κατά Ιούνιο μήνα όντως φαίνεται ότι δεν σημειώθηκε ξανά τον 20ό αιώνα – ακόμη και αν το θερμοκρασιακό ρεκόρ του 1916 επιβεβαιωθεί. Ξέρομε όμως ότι ο καύσωνας δεν λογαριάζεται μόνο με τις απόλυτες μέγιστες αλλά και με τις επίμονες υψηλές ελάχιστες, που εξαντλούν τον οργανισμό.

Πάντως, δεν θέλω καθόλου να ξαναζήσω τον τωρινό.

Φιλικότατα

Γιώργος Στυλιανάκης"